Ξημέρωνε στη Φολέγανδρο κι εκείνοι έπαιζαν μπουνιές. Για τον Ελύτη. Στο ταρατσάκι του rent a room που νοίκιαζαν. Στο οποίο είχαν ανέβει για να δουν το ξημέρωμα. Όπως είχαν κάνει και τα τρία προηγούμενα βράδια που, εννοείται, τα είχαν πάει σερί. Μετά πήγαιναν στον φούρνο που άνοιγε εκείνη την ώρα, έτρωγαν μια τυρόπιτα να στανιάρουν, γυρνούσαν στο δωμάτιο και ξεραίνονταν στον ύπνο ως το μεσημέρι. Μετά παραλία ως το βράδυ, μετά ρακόμελα όλο το βράδυ. Τhose were the days, εκείνες ήταν οι νύχτες, εκείνα ήταν τα χρόνια. Σήμερα το πρόγραμμά τους θα άλλαζε εκ των πραγμάτων, ακόμα κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι μπουνιές, αφού έπρεπε να πάρουν το πλοίο της επιστροφής.
Είχαν κάνει μια σιωπηρή συμφωνία, απ’ τη στιγμή που θα ανέβαιναν στο ταρατσάκι και όσο παρέμεναν εκεί, να μη μιλάνε. Μόνο να βλέπουν. «Κοίτα ρε, κοίτα αυτό που βλέπουμε. Πώς να μην πάρεις νόμπελ έτσι; Το Αιγαίο έκανε πάνω απ’ τη μισή δουλειά, πάσα να σκοράρει σε κενό τέρμα του έδωσε». Στο τέταρτο ξημέρωμα έσπασε και τη συμφωνία και τη σιωπή. Λέγοντας μάλιστα κάτι που ήξερε ότι είχε σκοπό να του σπάσει τα νεύρα. Είχε μόλις υποβάλει πρόταση για διδακτορικό πάνω στον Ελύτη. Του ήρθε να του σπάσει τα μούτρα. Αντ’ αυτού παρέθεσε από στήθους:
«Τείνω μ’ όλους μου τους πόρους προς ένα -πώς να το πω;- περιστρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ. Από το πώς δαγκώνω μέσα στο φρούτο έως το πώς κοιτάζω απ’ το παράθυρο αισθάνομαι να σχηματίζεται μία ολόκληρη αλφαβήτα, που πασχίζω να βάλω σ’ ενέργεια με την πρόθεση ν’ αρμόσω λέξεις ή φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ιάμβους και τετράμετρα. Που σημαίνει: να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύτερο κόσμο που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου». Τότε του επιτέθηκε εκείνος.
Τρία βράδια στο νησί είχαν μείνει μπακούρια. Το τέταρτο είχαν συμφωνήσει πως έπρεπε να αλλάξουν στρατηγική, φλερτάροντας πιο ενεργά άγνωστες, σταματώντας να είναι τόσο στοχοπροσηλωμένοι ο ένας στον άλλον, ελπίζοντας να πάψουν να δείχνουν τόσο αθεράπευτα μαζεμένοι. Τα αγγλικά της Έλεν ήταν άθλια, αλλά τα γαλλικά της μουσική στα αυτιά τους. Ντράπηκαν να της πουν ότι δεν την μιλούν τη γλώσσα, κι έτσι εκείνη σόλαρε για ώρες, απολαμβάνοντας το πώς την κοιτούσαν. Θα έπρεπε να είχε καταλάβει ότι δεν καταλαβαίνουν τι τους λέει, αλλά έπινε κι εκείνη τόσες μέρες σερί. Οι κατανοήσεις είχαν σχετική σημασία. Τα νιάτα, οι διακοπές, το καλοκαίρι, πολύ μεγαλύτερη. Όταν την πήραν μαζί τους στο δωμάτιο άλλα είχε υποθέσει. Αλλά ναι, δεν θα παραπονιόταν για το θέαμα της ανατολής, ήταν σίγουρα εντυπωσιακό. Θα ξαναρχόταν πάση θυσία του χρόνου, θα τα ‘βρισκε πάλι τα λεφτά.
Τότε, κι αφού είπαν κάτι στα ελληνικά, μεταξύ τους μεν, λοξοκοιτώντας την διαρκώς δε, άρχισαν να πλακώνονται. Έτσι σκνίπα που ήταν, δέρνονταν με μάλλον αστείο τρόπο. Άσε που, τόσο ατσούμπαλα που το έκαναν, σκέφτηκε ότι μπορεί και να ήταν η πρώτη τους φορά. Όταν τέλειωσαν κατέβηκαν στο δωμάτιο και άρχισε να περιποιείται τα τραύματά τους.
