Κείμενο: Ειρήνη Πιτσόλη

 

Ήταν το μακρινό 2016 που τα βήματα μου με οδήγησαν στο θέατρο Αλκμήνη για να δω το έργο «Εκτός Ύλης – ή ο μονόλογος ενός καθ΄ ομολογίαν παράλογου». Όταν βγήκα από το θέατρο ήμουν μουδιασμένη. Η καθηλωτική ερμηνεία του Γεράσιμου Σκιαδαρέση με είχε συνεπάρει. Το κείμενο με είχε συγκλονίσει. Για μέρες μετά σκεπτόμουν αποσπάσματα του έργου. Έτσι αποφάσισα να αναζητήσω τον συγγραφέα. Η έρευνά μου με οδήγησε να μάθω ότι ο Κώστας Λεϊμονής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, είχε λάβει πολλά βραβεία ως συγγραφέας και φυσικά είχε βραβευτεί για το Εκτός Ύλης από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Στο blog του ανακάλυψα ότι αυτός ο δικηγόρος και συγγραφέας έχει πολλά και ενδιαφέροντα να μας πει. Έτσι ξεκίνησε η ηλεκτρονική και στη συνέχεια η δια ζώσης επαφή μου με τον Κώστα Λεϊμονή.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά κατευθυνόμουν στον Ελληνικό Κόσμο για να δω το Εκτός Ύλης Reloaded. Περίμενα λοιπόν ότι θα δω το ίδιο συγκλονιστικό έργο με κάποια νέα στοιχεία. Ο πρωταγωνιστής (δικαίως) ο ίδιος. Προς μεγάλη μου έκπληξη (και από ότι άκουσα στο φουαγιέ, όχι μόνο δική μου) βρέθηκα να παρακολουθώ ένα άλλο έργο. Οι λίγες αλλά καίριες αλλαγές που έκανε η αιχμηρή και συναρπαστική πένα του Κώστα Λεϊμονή είχαν δημιουργήσει ένα νέο έργο. Στην αίθουσα δεν έπεφτε καρφίτσα. Οι θεατές κρέμονταν από το στόμα του καθηλωτικού Σκιαδαρέση για να μη χάσουν ατάκα. Άλλο έργο, η ίδια συγκίνηση. Η απόλυτη «μέθεξη» στην παράσταση. Λογικά λοιπόν τα διαρκή sold out και στη Θεσσαλονίκη και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και στην περιοδεία έως το τέλος Απριλίου.

Ένας βουλευτής εκφωνώντας τον λόγο της παραίτησής του, κάνει σκληρή αυτοκριτική και παράλληλα κριτική στις παθογένειες της πολιτικής και της κοινωνίας, με χιούμορ, ανθρωπιά, ενσυναίσθηση, και με απόλυτη αίσθηση του δικαίου. Στη συνέντευξη που ακολουθεί ζήτησα από τον Κώστα Λεϊμονή, να μας πει «Πού τον βρήκε αυτόν τον βουλευτή» και να μας πει εντός και εκτός ύλης αλήθειες για την πολιτική, την κοινωνία την τέχνη και φυσικά για τον εαυτό του:

Εκτός Ύλης Reloaded. Ο συγκλονιστικός μονόλογος επέστρεψε «δριμύτερος» και επικαιροποιημένος .  Πώς διαχειριστήκατε τις προσθήκες και τις αλλαγές στο κείμενο ώστε να μην είναι απλά το ίδιο έργο με κάποια νέα στοιχεία αλλά κάτι εντελώς φρέσκο και καινούργιο; Ποια γλωσσικά και εκφραστικά μέσα χρησιμοποιήσατε για να το επιτύχετε αυτό;

Αρχικά, το νέο κείμενο υπήρξε προϊόν συζήτησης με τον Γεράσιμο, για να δει πώς θα του προκύψουν ερμηνευτικά κάποια πράγματα. Και αυτό γιατί σε ορισμένα σημεία έγραφα περισσότερα από αυτά που θα έπρεπε, καθώς με συνέπαιρνε το έντονο συναίσθημα της αγανάκτησης. Στόχος μου ήταν και είναι να μην κουραστεί ο θεατής. Οπότε, με αυτοπειθαρχία παρήχθη ένα νέο κατά περίπου 25 με 30% κείμενο, για το οποίο είμαι περήφανος και κυρίως μας εκφράζει ως ομάδα και κυρίως τον ηθοποιό, που το απογειώνει. Σε αυτό συμφώνησε και η σκηνοθέτριά μας, η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, οπότε γνώριζα ότι αυτό που είχα γράψει ήταν ακόμη πιο δυνατό από το πρώτο.

Οι συνθήκες επέβαλαν να αλλάξουν κάποια πράγματα. Η πρώτη μορφή του έργου ήταν πιο γενική. Ήταν ένα έργο που θα μπορούσε να παίζεται οποτεδήποτε, όπως και αυτό. Απλώς τώρα θέλαμε να πιάσουμε περισσότερο την επικαιρότητα στο κατόπι, αν και με αυτά που συμβαίνουν, θα πρέπει κάθε εβδομάδα να το αλλάζω… Αστειεύομαι σχεδόν… Σίγουρα παίζει ρόλο και η ωριμότητα της τωρινής μου γραφής σε σχέση με εκείνη, που το έγραφα όταν ήμουν 29 χρονών. Η λυρικότητα πάντα δίνει το «παρών» στα έργα μου. Δεν μπορώ να μην έχω παρομοιώσεις, μεταφορές, ειρωνείες και γενικά μία ηλεκτρίζουσα λογοτεχνικότητα στο έργο. Νομίζω ότι αυτό είναι και το χαρακτηριστικό που, πέραν όλων των άλλων, του έχει δώσει και αυτή την επιτυχία.

 

 

Το Εκτός Ύλης είναι ένα έργο πολιτικό και κοινωνικό;

Στο έργο μεταξύ άλλων θα ακούσουμε για τη δημοκρατία, όπως θα έπρεπε να είναι, για τη λειτουργία (ή μη εν τοις πράγμασι) των τριών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) σε δύσκολους καιρούς, όπως αυτών των τραγωδιών στο Μάτι ή στα Τέμπη. Θα είναι λάθος να ψάξει κανείς να ψέξει το έργο για το αν είναι κομματικό. Αποτελεί ένα καθαρά πολιτικό έργο, που θα μπορούσε να παίζεται οποτεδήποτε με οποιαδήποτε κυβέρνηση, με πολλές κοινωνικές και συναισθηματικές προεκτάσεις. Άλλωστε, ένας συγγραφέας, όπως και κάθε καλλιτέχνης, σε μία κοινωνία, όπου ευημερεί η δημοκρατία, θα πρέπει με το έργο του και την τέχνη του να ελέγχει την εξουσία και τον τρόπο άσκησής της και όχι να την κολακεύει.

Στην κατάμεστη αίθουσα του «Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης» οι θεατές κρατούσαν την ανάσα τους για να μην χάσουν ούτε λέξη του κειμένου. Βγαίνοντας από την αίθουσα είδα ανθρώπους βαθιά συγκινημένους να συζητούν ώρα γι’ αυτό που είδαν. Επετεύχθη λοιπόν ο μέγιστος στόχος μιας θεατρικής παράστασης: Η μέθεξη. Πέρα από την έξοχη ερμηνεία του Γεράσιμου Σκιαδαρέση που ασφαλώς συνετέλεσε σε αυτό, ποια στοιχεία του κειμένου θεωρείτε ότι είναι αυτά που βοήθησαν να επιτευχθεί αυτή η πλήρης ταύτιση του θεατή με το έργο;

Σχετικά με το κείμενο, έχω να πω ότι είναι αληθινό. Είναι λόγια που θα θέλαμε να ακούσουμε ή που συζητάμε καθημερινά, αλλά ποτέ δεν τα κωδικοποιούμε και κυρίως δεν βλέπουμε ότι πίσω από τις κουρτίνες του προβλήματος κρύβεται ένα τεράστιο έλλειμμα παιδείας, που βοηθά κάθε αυταρχική εξουσία να ανθίζει ανερυθρίαστα. Επίσης, θα ήθελα να σημειώσω ότι έχουμε μία φρέσκια σκηνοθετική οπτική της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, η οποία, αν και μονόλογος, κατάφερε με την αδιαμφισβήτητη συμβολή της να ανανεώσει την εξωτερική παράσταση. Μάλιστα στην αρχή δεν ήταν σίγουρη αν θα το σκηνοθετήσει, όπως την πρώτη φορά, καθώς πλέον καταπιάνεται με κλασικούς συγγραφείς, όπως μού είπε, αλλά μας έκανε την τιμή τελικά, επειδή η αρχική παράσταση ήταν δική της πρωτοβουλία και συνεργαστήκαμε άψογα, οπότε δέχτηκε να συνεργαστούμε και τώρα. Με το νέο, λειτουργικό σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου, την ταιριαστή, έντονη πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Περού και τον υπέροχο φωτισμό που ανέλαβε η ίδια η σκηνοθέτριά μας, αφήνοντας να υπάρχουν νοητά οι αναμνήσεις πάνω στη σκηνή, δημιούργησε μία ανανεωμένη παράσταση.

Ένας βουλευτής εκφωνεί από το βήμα της βουλής τον λόγο της παραίτησής του και σε αυτό το πλαίσιο ασκεί δριμεία κριτική στον εαυτό του, στους συναδέλφους του, σε όλες τις παθογένειες του πολιτικού και κοινωνικού μας συστήματος. Παράλληλα αντιπαραβάλλει την κοινωνική και πολιτική μας πραγματικότητα όπως είναι με το πώς θα έπρεπε και πώς θα μπορούσε να είναι. Κώστα Λεϊμονή, που τον βρήκες αυτόν τον βουλευτή;

Στα κιτάπια της φαντασίας μου ξεκάθαρα. Ίσως υπάρχουν τέτοιου είδους εξαιρέσεις, το πιο πιθανό, αλλά νομίζω ότι όσο κι αν τον/την ψάχνουμε, δεν θα βρούμε τίποτα.

Πώς κατέληξε ένα έργο επαναστατικό, που στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της πολιτικής μας σκηνής να γίνει το πρώτο και μοναδικό έργο που παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων; Και πώς αντέδρασαν οι βουλευτές;

Επειδή το έργο διαδραματίζεται στη Βουλή, η παραγωγή είχε προτείνει τότε, το 2017, με μέιλ, στο ελληνικό κοινοβούλιο να παρουσιαστεί το έργο στον φυσικό του χώρο. Δεν μας απάντησαν ποτέ. Ύστερα από καιρό, ο Γεράσιμος, αγαπώντας πολύ αυτή τη δουλειά είπε ότι ήθελε να μάθει τον λόγο της σιωπηρής τους άρνησης και πήγε ο ίδιος στην αρμόδια γραμματεία να ρωτήσει. Απ’ ό,τι φάνηκε, δεν είχαν δώσει καμία σημασία στα μέιλ μας και λίγες μέρες αφότου ο Γεράσιμος τους επισκέφθηκε από κοντά, απάντησαν θετικά. Παρουσιάστηκε την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου 2018 σε όσους βουλευτές επιθυμούσαν να παραστούν και στους εργαζόμενους της Βουλής. Από όσο θυμάμαι έδωσαν το «παρών» βουλευτές από τις τρεις πρώτες σε σειρά ψήφων παρατάξεις της Βουλής. Μετά το τέλος της παράστασης ένας ή δύο βουλευτές παραδέχτηκαν στον Γεράσιμο ότι είδαν κομμάτια του εαυτού τους μέσα στο έργο.

Παρότι ο «βουλευτής» στον λόγο της παραίτησής του ασκεί σκληρή κριτική στο πολιτικό μας σύστημα, δεν το κάνει «κουνώντας το δάκτυλο». Έχω την αίσθηση ότι το κάνει με στοργή, με τον πόνο ενός ανθρώπου που τον «καίει» το ερώτημα: Αφού είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε καλύτεροι και αφού μπορούμε να είμαστε καλύτεροι και να έχουμε ένα πιο υγιές πολιτικό σύστημα και μια πιο δίκαιη κοινωνία, γιατί δεν το κάνουμε; Διέγνωσα σωστά; 

Ακριβώς. Δεν το κάνει κουνώντας το δάχτυλο. Το κάνει, γιατί πονά. Άργησε, βέβαια, να πονέσει, αλλά εντέλει πόνεσε και αυτό μετρά. Μία συγγνώμη δεν είναι ποτέ αργά να την εκστομίσει κανείς, αρκεί να την εννοεί και έμπρακτα. Το «Εκτός Ύλης» είναι ταυτόχρονα ένα κατηγορώ για όλα τα κακώς κείμενα της πολιτικής μας ζωής και παράλληλα η κραυγή αγωνίας ενός ανθρώπου που θα ήθελε κάποια στιγμή να δει τα πράγματα να αλλάζουν. Η πολιτειακή σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικών πρέπει να πάψει να έχει πελατειακό χαρακτήρα, όσο αυτό είναι εφικτό. Η σχέση εκλογικού σώματος και αντιπροσώπων πρέπει να είναι αμφοτεροβαρής: Σε εκλέγω, για να επιτελέσεις τους σκοπούς των προγραμματικών σου δηλώσεων, όχι για να μετατρέψεις σε τσιφλίκι σου την προσωρινή θέση, που υπηρετείς. (Εξαιρούνται οι πολιτικοί με πλασματικά κληρονομικά δικαιώματα, βέβαια, που λόγω επιθέτου, παίρνουν τις ψήφους σαν ξόρκι από μαγικό ραβδί). Ας αντιγυρίσουμε την ερώτηση σε εμάς: Μας αξίζει αυτή η Ελλάδα που έχουμε και που οι ίδιοι έχουμε δημιουργήσει; Αν η απάντηση είναι ναι, μπορούμε να συνεχίσουμε να κοιμόμαστε. Αν η απάντηση είναι όχι, τότε έρχεται η επόμενη ερώτηση: «Τι κάνεις για αυτό;».

Στο Εκτός Ύλης Reloaded κάνετε αναφορά σε κάποια γεγονότα που δεν είχαν συμβεί, όταν ανέβηκε το «Εκτός Ύλης». Όπως οι γυναικοκτονίες, το δυστύχημα των Τεμπών και κάποια ακόμη. Ποιο από αυτά σας πονάει περισσότερο και ήταν δύσκολο για εσάς να το γράψετε;

Όλα με πόνεσαν και εξακολουθούν να με πονούν, γιατί αγαπώ τον συνάνθρωπο και την πατρίδα μου. Είχε πει ο Σεφέρης «Όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Όταν ζούσα στο Βερολίνο το 2011 και 2012, έστελνα συνεχώς άρθρα στον ηλεκτρονικό τύπο, γιατί θεωρούσα ότι έπρεπε να ακουστεί η φωνή των απλών πολιτών μέσα στην οικονομική και κοινωνική παρακμή που βιώναμε. Από μικρός, είχα μέγιστο πρότυπο τον Μάριο Πλωρίτη, λάτρευα τη γραφή του, το ύφος του, τον τρόπο σκέψης του. Μάζευα, θυμάμαι, τα άρθρα του εκτυπωμένα από το Βήμα που έγραφε τότε και τα έχω ακόμα σε φάκελο. Η απίστευτη σύμπτωση είναι ότι μας έδωσαν σαν δώρο από την παράσταση στη Βουλή δύο τόμους από τις Επιφυλλίδες του Μάριου Πλωρίτη, όλα τα κείμενά του που μάζευα τόσα χρόνια και άλλα ακόμα! Συγγνώμη για την παρένθεση, αλλά ήθελα να πω ότι πάντοτε με ενδιέφερε η πολιτική και κοινωνική μας καθημερινότητα, πόσο μάλλον, όταν αυτή θίγεται με την τέχνη. Δεν θα μπορούσα, όμως να μην αναφέρω κυρίως τα Τέμπη. Είναι ανατριχιαστικό αυτό που συνέβη και ακόμα πιο ανατριχιαστική η επιτηδευμένη απόπειρα αποφυγής ευθυνών. Μου θυμίζει, όταν οι γονείς πιάνουν εξαπίνης τα παιδιά τους με σοκολάτα στα χείλη, τα ρωτάνε ποιος έφαγε τη μερέντα κι εκείνα αρνούνται πεισματικά.

 

 

Όταν πρωτοπαίχτηκε το Εκτός Ύλης σημείωσε τεράστια επιτυχία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Την ίδια επιτυχία σημείωσε το «Εκτός Ύλης Reloaded»  στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, αλλά και στις σκηνές που παρουσιάζεται τώρα, που περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, με sold out παραστάσεις. Την πρώτη φορά που ανέβηκε το έργο περιμένατε αυτή την επιτυχία; Περιμένατε ότι αποσπάσματα του έργου θα αναπαράγονται χρόνια μετά; Και τώρα; Περιμένατε ότι ένα έργο που έχει ξαναπαρουσιαστεί, με τον ίδιο μάλιστα πρωταγωνιστή θα σημειώσει ξανά τέτοια επιτυχία ή είχατε κάποιο «φόβο» ότι ο κόσμος ίσως το αντιμετώπιζε σαν κάτι που έχει ξαναδεί;

Δεν το περίμενα σε τόσο μεγάλο βαθμό και ειδικά από ένα κύμα χιλιάδων νέων στην αρχή. Ως σήμερα συγκεκριμένο απόσπασμα της παράστασης κατακλύζει τα social media και αναδημοσιεύεται ξανά και ξανά. Η επιτυχία, πέραν όλων των συντελεστών και κυρίως της ερμηνείας του Γεράσιμου, νομίζω ότι οφείλεται και στην καθαρή και αγνή ειλικρίνεια του έργου. Το διήγημα το έγραψα, όταν ήμουν 26 ετών και το θεατρικό, όταν ήμουν 29. Είχα μέσα μου μία φλόγα ελπίδας, είχα την άποψη ότι «δεν μπορεί, κάποια στιγμή πρέπει το τέρας του Μάνου Χατζιδάκι», όπως αυτό εκάστοτε εμφανίζεται, «να αποκεφαλιστεί». Ακόμα και σήμερα συνεχίζω να έχω αυτή τη φλόγα. Τρεμοπαίζει, δε, αλλά την έχω καλά κρυμμένη στο φαναράκι της ψυχής μου. Ύστερα από τόσα χρόνια ας πούμε ότι φοβήθηκα πολύ λιγότερο από την πρώτη φορά. Το «Εκτός Ύλης» αποτελεί πια ένα έργο ορόσημο στο ελληνικό «πολιτικό» θέατρο, αν και το θέατρο υπό ευρεία έννοια είναι καθ’ όλα πολιτικό. Ήμουν πολύ πιο σίγουρος ότι τώρα και με τη σωστή προώθηση, θα απολαύσει την προσοχή που του αξίζει. Εξάλλου, όλοι οι ηθοποιοί συμβάλλουν σε αυτό. Εκτός του Γεράσιμου, ο Κωνσταντίνος ο Μουταφτσής, που βάφτισε και το έργο (ο πρώτος του τίτλος ήταν «Ο μονόλογος ενός καθ’ ομολογία παράλογου), η Κωνσταντίνα Λάλλου, ο Θανάσης  Καφενταράκης, ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, η Ελένη Θεοχάρη και ο Πέτρος Ζαφειρίου.

Ο συγγραφέας είναι η «ψυχή» του έργου. Ωστόσο σήμερα, ελάχιστοι ασχολούνται με το ποιος έγραψε ένα έργο. Οι περισσότεροι μένουν στον πρωταγωνιστή και στον σκηνοθέτη. Αυτό σας πικραίνει; Τι έχει αλλάξει από την εποχή που λέγαμε θα πάω να δω ένα έργο του Ξενόπουλου, ή του Τενεσί Ουίλιαμς κι όχι τον τάδε πρωταγωνιστή να παίζει Ουίλιαμς;

Ηθοποιός σημαίνει φως. Όλα τα φώτα πέφτουν δίκαια στους ηθοποιούς. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, εμείς θα παραμέναμε ματαιόδοξοι γραφιάδες. Τους ανήκει η σκηνή και η δόξα. Θα ήταν πολύ κολακευτικό ο θεατής να θυμηθεί και τον συγγραφέα που έγραψε το έργο που του άρεσε. Ο ρόλος του σκηνοθέτη είναι εξίσου σημαντικός, αν και αυτός, όπως και ο ηθοποιός, στο θέατρο έχουν συγγενικά δικαιώματα. Δημιουργός νομικά θεωρείται ο συγγραφέας, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, όπου δημιουργός είναι ο σκηνοθέτης. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι ζούμε ξεκάθαρα στην εποχή των ιντσών και των ινών. Η εικόνα έχει καταπιεί την ανάγνωση, το διαδίκτυο έχει αντικαταστήσει τον έντυπο τύπο, τα κινητά έχουν παραγκωνίσει τα βιβλία. Επομένως, στη μνήμη του θεατή μένει αυτό που βλέπει και όχι αυτό που διαβάζει. Συνέβαινε αυτό και πιο παλιά αλλά στις μέρες μας έχει ξεφύγει η κατάσταση. Η ουσία είναι να αρέσει η παράσταση κι ας θυμάται ο καθένας όποιον θέλει. Αποτελεί πάντως, ιδιαίτερη τιμή, όταν μετά την παράσταση ο κόσμος κρατά το κείμενο στα χέρια του και όποιοι από αυτούς βλέπουν τη φωτογραφία του βιογραφικού μου στο τέλος του βιβλίου και τυχαίνει να είμαι εκεί, με αναγνωρίζουν και έρχονται με πλατύ χαμόγελο να συνομιλήσουμε. Αυτό είναι μέγιστη χαρά για έναν δημιουργό.

Το «ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ» είναι ένα «καρδιογράφημα» της ελληνικής κοινωνίας που ιχνηλατεί όλες τις αιτίες της πολύπλευρης και βαθιάς κρίσης που βιώνουμε ακόμα. Θεωρείτε ότι μία από αυτές τις αιτίες είναι και η έλλειψη ιδεών και ιδεολογιών;

Η έλλειψη ιδεολογιών και η δυσκολία να ενταχθεί κανείς κάπου. Είναι όλα πια τόσο ρευστά! Δεν βλέπετε πόσο εύκολα οι βουλευτές μεταπηδούν από το ένα κόμμα στο άλλο για λίγα λεπτά εξουσίας ακόμα ή για να μην χάσουν τη βουλευτική τους αποζημίωση;

Τελευταία είναι ακούμε πολύ τη φράση περί «ατομικής ευθύνης». Πώς μπορεί,όμως, ένας πολίτης να λειτουργήσει σωστά, σε ένα σύστημα που όχι μόνο δεν λειτουργεί σωστά, αλλά τις περισσότερες φορές του περνάει το μήνυμα ότι αν πάει κόντρα στο ρεύμα θα πέσει πάνω σε τοίχους;

Ένας πολίτης θα πρέπει να ξεπεράσει ακριβώς αυτόν τον φόβο: ότι θα πέσει πάνω σε τοίχους. Όταν ένα καράβι ναυαγεί, κανείς δεν γνωρίζει πού θα τον ρίξει το κύμα. Μπορεί ένας απλός υπομηχανικός να σωθεί και να τον ξεβράσει η θάλασσα κατάκοπο σε μία παραλία και ο καπετάνιος να πέσει πάνω στα βράχια με ορμή. Ο πολίτης πρέπει να κρίνει με το μυαλό και όχι με τα μάτια και να μεγαλώσει παιδιά με συνείδηση και ενσυναίσθηση.

 

 

Τι ωθεί έναν πετυχημένο δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω να  ασχοληθεί με τη συγγραφή; Και για ποιον γράφει ο Κώστας Λεϊμονής; Για τον εαυτό του; Για να ικανοποιήσει μια εσωτερική ανάγκη ή για το κοινό του;

Αν υπήρχε μνημείο του αγνώστου αναγνώστη, θα σας έλεγα για αυτό. Γράφω, γιατί έτσι μιλώ. Αν είχαμε συνεχώς ανθρώπους δίπλα μας, δεν θα είχαμε ανάγκη έκφρασης ή μπορεί τέλος πάντων να εκφραζόμασταν διαφορετικά και όχι καλλιτεχνικά. Η συγγραφή για μένα είναι η εκπνοή μου, μέρος της ανάσας μου και συγκεκριμένα εκείνο το μέρος που σε γαληνεύει. Αποτελεί ευτυχία αν η καλλιτεχνική δημιουργία βρει ανταπόκριση στον κόσμο, είτε είναι λίγοι ή πολλοί.

Μιλώντας για το κοινό θα ήθελα να αναφερθώ και στα βραβεία που έχετε πάρει. Το «Εκτός ύλης» σας χάρισε το Βραβείο Θεατρικού Έργου από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών το 2016. Έχετε βραβευτεί κι άλλες φορές για δοκίμια και διηγήματά σας. Ποιο βραβείο είναι πιο σημαντικό για εσάς; Αυτό που θα σας δώσει ένας φορέας ή το να έρθει ένας αναγνώστης ή ένας θεατής ενός θεατρικού σας έργου και να σας πει: Διάβασα το βιβλίο σου και με συγκλόνισε, έκανα μέρες να κοιμηθώ;

Χωρίς να παραγνωρίζω τη σπουδαιότητα των μελών των επιτροπών, η αγάπη του κόσμου, η λάμψη στα μάτια του ότι του άρεσε η παράσταση είναι κάτι το αναντικατάστατο.

«Ακόμα και μια φλόγα από λιωμένο κερί μπορεί να σπάσει το σκοτάδι. Η φλόγα ακολουθεί πάντα αυτούς που υπομένουν, αυτούς που επιμένουν, αυτούς που πονούν, αυτούς που κοπιάζουν, αυτούς που προδίδονται, αυτούς που αγαπούν», αυτό είναι ένα κομμάτι από ένα άλλο θεατρικό σας έργο τον Ιατροδικαστή. Το θυμήθηκα και σκέφτομαι τους θεατρικούς συγγραφείς, όπως ο Μπρεχτ, ο Πίντερ, ο Πιραντέλο που μέσα από πολιτικά έργα θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο. Πιστεύετε ότι το θέατρο και γενικά η τέχνη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο; Να ανάψουν αυτή τη φλόγα που θα σπάσει το σκοτάδι;

Ο ρομαντικός εαυτός μου θα σας βροντοφωνάξει ΝΑΙ. Υπό την προϋπόθεση ότι θα της το επιτρέψουμε εμείς. Αν αφήσουμε την τέχνη να αναμιχθεί με τις ζωές μας, να επηρεάσει τη σκέψη μας, να αμβλύνει τις αναστολές μας, τότε ίσως και να μπορούσε να αλλάξει κάπως τον κόσμο. Για τον ρεαλιστή εαυτό μου προτιμώ να μην απαντήσω…

Αν δεχτούμε ότι ο Αριστοφάνης ήταν ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος της εξουσίας στην εποχή του και ότι τα έργα του θεωρούνται άκρως επαναστατικά, θα ήθελα να μου πείτε ποιο είδος θεάτρου θεωρείτε πιο ισχυρό και πιο ικανό να «αφυπνίσει» τους θεατές. Την κωμωδία ή το δράμα; Συμφωνείτε με την άποψη ότι η κωμωδία «αποκοιμίζει» τους θεατές με την έννοια ότι τους εκτονώνει και ξεχνάνε τα προβλήματα τους άρα και τη διάθεση να τα πολεμήσουν;

Είναι μία ενδιαφέρουσα άποψη, η οποία έχει μία βάση. Παρ΄ όλα αυτά, το αποτέλεσμα μετρά, οπότε όποιο θεατρικό είδος είναι ικανό να αφυπνίσει, ας το κάνει και μάλιστα γρήγορα…Για παράδειγμα, αν «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Καμπανέλλη μπορεί να σκουντήσει και να ξεσηκώσει, ας γίνει το έργο αυτό η δεύτερη προσευχή μας. Ο σωστός πολίτης πρέπει να βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση. Αν επαναπαυτεί στην κουλτούρα της κατανάλωσης, το παιχνίδι έχει χαθεί με αυτογκόλ από τα αποδυτήρια.

Ποια ζητήματα σας απασχολούν ως συγγραφέα; Είναι εύκολο να εμπιστευτούν οι θεατρικοί παραγωγοί έργα νέων ανθρώπων;

Πάντα με απασχολούσε ο χρόνος. Ουσιαστικά είναι η μονάδα μέτρησης των πάντων, της ευτυχίας, της δυστυχίας, της αρχής και του τέλους, του τότε και του τώρα. Για αυτό και μου αρέσουν πολύ οι αναμνήσεις αλλά με αφορά επίσης και το μέλλον και το πώς μπορεί αυτό να προστατευτεί. Στα έργα μου καταπιάνομαι με τον ρεαλισμό, οπότε το καθετί μπορεί να με κινήσει και να με συγκινήσει. Ο έρωτας, η δύναμη της φιλίας, η απογοήτευση από την πολιτική ζωή του τόπου, η κατάφωρη αδικία και η ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, η αδιαφορία προς τα ζώα, η καταστροφή του περιβάλλοντος. Ένας συγγραφέας οφείλει να ελέγχει την εκάστοτε εξουσία, ακόμη κι αν ένα έργο δεν είναι ξεκάθαρα πολιτικό. Πολλοί γνωστοί συγγραφείς είχαν υπόβαθρο την κοινωνική ζωή του τόπου σε ένα δράμα ή κωμωδία τους.

Ζούμε σε ένα κράτος, στο οποίο με μία νεροποντή μισής ώρας βλέπουμε ανθρώπους να ανεβαίνουν στις στέγες των αυτοκινήτων τους, για να σωθούν. Αυτό και μόνο ως γεγονός σκεφθείτε πώς θα μπορούσε να το αποδώσει ο Αριστοφάνης ή ο Πιραντέλο και πώς ο Μίλερ ή ο Ίψεν. Όσο αγαπάμε την Ελλάδα, τόσο μας πληγώνει. Άρα, γιατί να μην αποτυπωθεί αυτό το μίγμα συναισθημάτων και στο χαρτί και μετά στη σκηνή; Τώρα το αν θελήσουν οι παραγωγοί να εμπιστευτούν νέα έργα αυτό έχει να κάνει δυστυχώς με τη νοοτροπία ανθρώπων, που είναι στο τιμόνι του θεάτρου χωρίς να είμαι σίγουρος αν το αγαπούν. Σαφώς δεν μιλώ για όλους. Απλώς για να εξοικονομήσουν ποσοστά από τα συγγραφικά δικαιώματα προτιμούν είτε έργα των οποίων τα δικαιώματα έχουν λήξει, είτε μη μεταφρασμένα στην Ελλάδα ξένα έργα, ώστε και να είναι δύσκολος ο έλεγχος των εισιτηρίων από τους δικαιούχους στο εξωτερικό αλλά και να μην καταβάλλονται μεταφραστικά δικαιώματα, βλέποντας συχνά τους σκηνοθέτες (ή τους αόρατους βοηθούς τους) να κάνουν τη μετάφραση ή τη διασκευή του έργου. Ο Δημήτρης Καταλειφός είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου σε μία συνέντευξή του λέγοντας πως για να σωθεί η νεοελληνική δραματουργία πρέπει να εμπιστευτούμε τους νέους Έλληνες συγγραφείς. Δυστυχώς αρκετοί θεατές δεν είναι εκπαιδευμένοι στο νέο και προτιμούν μόνο τα τηλεοπτικά ονόματα. Μάλιστα, σε μία συζήτηση που είχα με κάποιον παραγωγό πέρσι μου είχε πει ευθαρσώς ότι προτιμά να παίρνει ηθοποιούς στις παραστάσεις του που έχουν πολλούς ακόλουθους στο Instagram!

 

 

Ποιος είναι ο πρώτος συγγραφέας που αγαπήσατε; Και ποια είναι η πρώτη θεατρική παράσταση που σας συγκλόνισε και έμεινε στη μνήμη σας; Μπορείτε να ανατρέξετε στην παιδική σας ηλικία;

Ο πρώτος συγγραφέας που αγάπησα ήταν ο Ντάριο Φο. Είχα δει το έργο του «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», όταν πήγαινα ακόμα Γυμνάσιο. Η πρώτη, όμως, παράσταση που με συγκλόνισε, όταν ήμουν ακόμη πιο μικρός, ήταν «η Πεντάμορφη και το Τέρας», που παιζόταν στο θέατρο Πόρτα με τη Μυρτώ Αλικάκη το 1995.

Διαβάζοντας κάποιος τα συγγραφικά σας πονήματα, είτε πρόκειται για τα θεατρικά σας έργα, είτε πρόκειται για διηγήματα ή δοκίμια διαπιστώνει ότι ο δημιουργός τους είναι ένας άνθρωπος βαθιά ευαίσθητος με πολύ ανεπτυγμένη βέβαια την αίσθηση του δικαίου. Πώς μπορεί λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος να αντέξει την σκληρή, ψυχρή και ενίοτε άδικη αίθουσα του δικαστηρίου; Σήμερα κάποια φαινόμενα παρακμής που βλέπουμε στη δικαιοσύνη καθώς και η άνιση μεταχείριση των πολιτών από αυτή σας πληγώνουν; Και πώς τα αντιμετωπίζετε;

Γράφω, για να αντέχω. Επίσης επέλεξα το Αστικό Δίκαιο αντί του Ποινικού, γνωρίζοντας ότι θα χάσω πολλά χρήματα με αυτή την επιλογή αλλά τουλάχιστον θα κρατήσω λίγο ακόμα τον χαρακτήρα μου. Ως λειτουργός της Δικαιοσύνης, μού είναι πολύ δύσκολο να την υπερασπιστώ, όταν κάνει λάθη. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να πιστεύω πως στο μέλλον θα αναδειχθούν ακόμη περισσότεροι έντιμοι δικαστές και ο τομέας αυτός, λόγω της παράλληλης έντονης κοινωνικής αγανάκτησης, θα αρχίσει να αυτοεπουλώνεται.

Για σας ποιες λέξεις είναι πάντα «Εκτός Ύλης»;

Αν σκεφτούμε τη φράση, όπως την εννοεί η παράσταση, σαν δηλαδή ένα κρυμμένο πνευματικό εφόδιο, θα ανέφερα τις λέξεις «μνήμη» και «ελπίδα», διότι αν θυμόμαστε τι έχουμε υποστεί και τα λάθη μας, θα υπάρχει και η ελπίδα της αλλαγής της κατάστασης προς το καλύτερο, προς ένα πραγματικό νοιάξιμο για τον συνάνθρωπο. Αν πάρουμε τη φράση κυριολεκτικά, τότε για μένα εκτός ύλης είναι οι λέξεις «αδιαφορία», «αγένεια» και «αναισθησία».

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες μάχες που καλείται να δώσει ένας συγγραφέας όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα νέο κείμενο;

Πρώτον, να ξεπεράσει τον εαυτό του και δεύτερον, τη σιωπή. Έχεις να ανταγωνιστείς τον προηγούμενο εσένα, επομένως εκ των πραγμάτων ωθείσαι να παραδώσεις κάτι καλύτερο, μέσα από μία άκρως ιδιάζουσα διαδικασία. Αντιφατική, θα έλεγα, καθώς από τη μια είσαι εσύ και οι λέξεις σου μέσα στην αδυσώπητη σιωπή και από την άλλη περιμένεις πώς και πώς να βγάλεις το «ψωμί από τον φούρνο», για να δοκιμάσουν οι υπόλοιποι.

Ανατριχιάσαμε όταν ακούσαμε τον «βουλευτή» να λέει: «Κάποτε, κύριοι συνάδελφοι στις προεκλογικές περιόδους μετρούσαμε έργα. Όποιος είχε τα περισσότερα, κέρδιζε. Στη συνέχεια μετρούσαμε σκάνδαλα. Όποιος είχε υποπέσει σε λιγότερα σκάνδαλα, ήταν και ο πιο καθαρός. Πλέον, έχουμε φτάσει στο σημείο να μετράμε πτώματα. Όποιος έχει λιγότερα πτώματα στη θητεία του, κερδίζει.»  Μέσα σε λίγες λέξεις περιγράφετε την παρακμιακή πορεία του πολιτικού μας συστήματος που αντί να βελτιώνεται, χειροτερεύει. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα αίτια αυτής της συνεχιζόμενης παρακμής; Πιστεύετε ότι αυτό μπορεί να αλλάξει; Μπορεί να εξυγιανθεί το πολιτικό μας σύστημα και πώς; Στο έργο μας δίνετε κάποιες ιδέες…

Η λύση είναι η παιδεία. Όχι να γίνουμε όλοι επιστήμονες, αλλά να μάθουμε να νοιαζόμαστε τον συνάνθρωπο, να επιστρέψουμε στις αξίες του ανθρώπου, στους λόγους που μας κάνουν να μην βλάπτουμε τον άλλο. Η παρακμή αυτή θα λήξει, όταν καταλάβουμε ότι η πραγματική απειλή δεν είναι ο λύκος αλλά ο βοσκός.

 

 

Σε άλλο σημείο του έργου ακούμε τον βουλευτή να λέει: «Η κοινωνία δεν πρόκειται να αλλάξει με έναν μαγικό τρόπο από τους άλλους. Η κοινωνία θα αλλάξει, όταν δει τον εαυτό της όχι ως αντικείμενο εξουσίασης, αλλά ως υποκείμενο εξουσίας (…) Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται για να κοιτάει κάτω». Οι πρόσφατες μαζικές κινητοποιήσεις για να αποδοθεί δικαιοσύνη για τους νεκρούς των Τεμπών σας έκαναν λίγο πιο αισιόδοξο; Σας έδειξαν ότι «η κοινωνία ΙΣΩΣ άρχισε να βλέπει τον εαυτό της σαν υποκείμενο εξουσίας» ή θεωρείτε ότι ήταν κάτι παροδικό;

Νομίζω ότι η αρχή έγινε. Μένει να δούμε τη συνέχεια. Η περίπτωση των Τεμπών θίγει τη νοημοσύνη του μέσου Έλληνα, ανεξαρτήτως κόμματος. Η κοινωνία έχει αδιανόητη δύναμη, αν τη θυμηθεί, όταν θα ασκεί το εκλογικό της δικαίωμα ή όταν θα διαδηλώνει στους δρόμους και πιστέψει σε αυτή.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας λογοτεχνικό είδος γραφής; Ετοιμάζεται κάτι νέο αυτή την περίοδο;

Ξεκίνησα να γράφω διηγήματα στα 17 μου και στα 19 μου, δηλαδή το 2005, έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Στην τελευταία νότα», που έχει να κάνει με τη ζωή ενός ανθρώπου, που λατρεύει τη μουσική και στη συνέχεια γίνεται μαέστρος. Κάθε νότα αποτελεί και ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής του. Το βιβλίο ξεκινά με το μουσικό κλειδί (γέννηση) και μετά ξεκινά το Ντο, τα παιδικά χρόνια, το Ρε, τα φοιτητικά χρόνια κλπ. Μάλιστα το είχα κατοχυρώσει και συμβολαιογραφικά ήδη από το 2006, λόγω του νομικού μου μικροβίου. Το θέατρο το αγαπώ, προέκυψε ξαφνικά, διάβαζα δεκάδες θεατρικά έργα αλλά το μεγάλο μου όνειρο είναι να εκδώσω κάποια στιγμή ένα μυθιστόρημα. Προς το παρόν έχω κάτι στα σκαριά, αρκεί να βρω τον χρόνο να το προχωρήσω: είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με τίτλο το Ζάρι, που έγραψα το 2016 και τώρα το επεξεργάζομαι ξανά. Παράλληλα, θέλω να ξεκινήσω να γράφω για το θέατρο μια κωμωδία. Έχουμε ανάγκη από γέλιο σε αυτή τη χώρα, γιατί από κλαυσίγελο έχουμε χορτάσει…