Η είδηση του θανάτου του Ντόναλντ Σάδερλαντ με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι είχα εσφαλμένη εικόνα για τέσσερις βασικές παραμέτρους της ζωής του. Η πρώτη αφορούσε την ίδια του τη ζωή, το γεγονός ότι ζούσε ακόμα. Όχι επειδή είχε εξαφανιστεί πολλά χρόνια από το προσκήνιο – δεν είχε. Κι αν με ρωτούσαν αν ζει, δεν θα απαντούσα όχι. Αλλά δεν θα ήμουν και σίγουρος. Θα κοντοστεκόμουν λίγα δευτερόλεπτα αναρωτώμενος αν θυμάμαι να άκουσα στο παρελθόν ότι πέθανε, αν θυμάμαι να νεκρολογήθηκε στα σόσιαλ, αν θυμάμαι να είχα πει κι εγώ τα δικά μου βιωματικά ριπ.

Γιατί, από μια ηλικία και πάνω, είναι σχεδόν πάγιο το ερώτημα και η απορία, εκτός κι αν είσαι φουλ και διαρκώς ενεργός, όπου και πάλι επισημαίνεται ως αξιοσημείωτο ότι είσαι ακόμα ενεργός και δίπλα στο όνομά σου μπαίνει η ηλικία σου, σαν να είσαι ανώνυμος θύτης ή ανώνυμο θύμα εγκλήματος. Γιατί, από μια ηλικία και πάνω, εισέρχεσαι στη συνείδηση των πολλών σε μια γκρίζα ζώνη που βρίσκεται μεταξύ των ακόμα ζωντανών και των όχι πια ζωντανών.

Άλλωστε, μόλις δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα, ο Νόαμ Τσόμσκι είχε πάει την αντίθετη διαδρομή, απ’ το άγγελμα του θανάτου του πίσω στη ζωή. Ωστόσο μόνο προσωρινά μπορείς να την πας αυτή την ανάποδη διαδρομή και μόνο επειδή προηγήθηκαν φέικ νιουζ. Αργά η γρήγορα, το λάθος της πληροφορίας θα διορθωθεί, η κατεύθυνση θα επιστρέψει στην κανονική και αμετάκλητη φορά της. 

 

 

Η δεύτερη παρανόηση αφορούσε το όνομά του. Μια ζωή Ντόναλντ Σάντερλαντ τον έλεγα. “Sunderland ‘Til I Die” ονομάζεται ένα αθλητικό ντοκιμαντέρ του Netflix. Και Sutherland αμέσως μετά. Η τρίτη την εθνικότητά του. Μια ζωή Αμερικάνος νόμιζα ότι ήταν. Όχι όμως, ήταν Καναδός. Κι αν στο θέμα του ονόματος η ευθύνη της παρεξήγησης είναι όλη δική μου, στο θέμα της εθνικότητας μερικά έθνη είναι σαν να είναι συμπληρωματικά κάποιων άλλων μεγαλύτερων και πολιτισμικά συγγενικών δίπλα τους, τα οποία βρίσκουν τρόπο να τα καπελώνουν. Η Γερμανία ας πούμε την Αυστρία. Ακόμα περισσότερο οι ΗΠΑ τον Καναδά. 

Η τέταρτη και τελευταία παρανόηση αφορούσε την καριέρα του. Ψέματα, όχι την καριέρα του αυτή καθαυτή, την αποτίμησή της σε βραβεία: όσκαρ ναι, δεν θυμόμουν να είχε πάρει, αλλά το ότι με ένα τόσο πλούσιο έργο δεν αξιώθηκε ποτέ ούτε μία υποψηφιότητα (λαμβάνοντας μόνο ένα τιμητικό όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του) και δεν το είχα καταχωρημένο και μοιάζει εκ των υστέρων τουλάχιστον παράταιρο. Παράταιρο αλλά συνέβη. Γιατί άραγε; Απλά έτυχε;

Ίσως φταίει το ότι ακόμα κι αν δεν ήταν κάποιο ερμηνευτικό τέρας, οι κάθε άλλο παρά αμελητέες πάντως ποιότητές του ως ηθοποιός έρχονταν σε δεύτερη μοίρα, ακριβώς γιατί σε πρώτη μοίρα ερχόταν πάντα η φιγούρα του, η σκιά του, η κορμοστασιά του, το βλέμμα του, η φωνή του, η συνολική παρουσία του, ο ίδιος. Κι όσο διαμετρικά αντίθετοι κι αν ήταν οι ρόλοι που έπαιζε, κι όσο κι αν κάθε φορά μεταμορφωνόταν εσωτερικά στον χαρακτήρα που υποδυόταν, εξωτερικά παρέμενε κάτι πάρα πολύ δύσκολο να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του και να αντισταθείς στη γοητεία που ασκούσε: ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. 

Αυτό το επιβλητικό και υποβλητικό της φιγούρας δεν είχε τίποτα από παλιότερο Χόλιγουντ, δεν είχε τίποτα και από το μετέπειτα Χόλιγουντ, είχε κάτι από το πνεύμα και τον κινηματογράφο της εποχής του. Δεν είχαμε να κάνουμε ούτε με την αρρενωπότητα του Γκρέγκορι Πεκ και του Μπαρτ Λάνκαστερ, ούτε όμως με εκείνη του Λεονάρντο Ντι Κάπριο και του Μπραντ Πιτ, ήταν κάτι ανάμεσα τους – και όχι μόνο χρονικά. Το σπινθίρισμα της ματιάς του, η χροιά της φωνής του, το στήσιμο κι οι κινήσεις του σώματός του υπονόμευαν την υποβολή και ταυτόχρονα την ενίσχυαν, καταλήγοντας να του προσδίδουν ένα αλλόκοτο κύρος.

 

 

Και ο Ντόναλντ Σάδερλαντ μπορεί να ήταν ένας εξαιρετικός ηθοποιός, όπως μπορεί να υπάρχουν πολλές μεγάλες ταινίες για να τον ανακαλέσεις και που όντως τον ανακαλείς, σε πρωταγωνιστικούς ή δεύτερους ρόλους, όπου έκλεβε κάθε σκηνή στην οποία ήταν παρών, εκείνο όμως που τελικά έκανε ήταν να σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι έχεις μια άλλου είδους σχέση μαζί του, νιώθοντας ότι υπάρχει μεταξύ σας μια οικειότητα, η οποία όμως είχε τα όριά της, πέραν των οποίων ξεκινούσε το απροσπέλαστο δικό του μυστήριο.

Και ηθοποιός δηλαδή να μην ήταν, θα ήθελες να τον κάνεις παρέα. Γιατί ήξερες ότι είναι ο τύπος που είναι αδύνατον να γίνει μαλάκας. Αλλά που και μαλάκας να γινόταν, πάλι θα δυσκολευόσουν να τον αντιπαθήσεις. Έφερε κάτι επάνω του. Κάτι στιβαρό. Κάτι αναμφίβολο. Δεν θα γινόταν ποτέ κολλητός σου, αλλά μπορείς να τον φανταστείς σε μια ευρύτερη παρέα, να κάθεται σε μια γωνιά σε ένα τραπέζι και να περιμένεις να πει κάτι. Να μην περιμένεις μόνο εσύ, όλο το τραπέζι να περιμένει. Κι ίσως το να έπινες ένα ποτό μόνος μαζί του θα ήταν κάπως τρομακτικό, ή ίσως αυτό που θα φοβόσουν θα ήταν ότι αν τον συναναστρεφόσουν μόνον του για πολύ ώρα μπορεί να διαπίστωνες ότι ο βασιλιάς είναι ημίγυμνος πίσω από την αύρα του, ότι ο εσωτερικός του κόσμος αποκλείεται να ήταν τόσο αντίστοιχα ψαρωτικός. Σου έδινε την αίσθηση ότι δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει να φτάσει κάπου. Ήταν ήδη εκεί. Με το καλησπέρα. Πριν το καλησπέρα, με το που θα τον έβλεπες να έρχεται από το βάθος του δρόμου. 

Νομίζω πως τον βλέπω να έρχεται.