Είχα ξαναγράψει για τον Πέρσιβαλ Έβερετ πριν από κάνα δυο χρόνια, με αφορμή το μυθιστόρημα Τα Δέντρα που τον ώθησαν στο κυρίαρχο ρεύμα και την παγκόσμια προσοχή μετά από τριάντα χρόνια καριέρας στο περιθώριο. Ο Έβερετ, ένας αξιόλογος μαύρος Αμερικάνος συγγραφέας και καθηγητής λογοτεχνικής θεωρίας στην Καλιφόρνια, έγραφε πολλά έξυπνα μυθιστορήματα με μεταμοντέρνες και μεταμυθοπλαστικές νότες για δεκαετίες, αλλά ποτέ δεν ήταν εμπορικός, πουλώντας μόλις και μετά βίας αρκετά αντίτυπα ώστε να μην χάνει ο μικρός εκδοτικός οίκος που τον εξέδιδε.

Και τότε ξαφνικά γίνεται χαμός: ένα παλιό μυθιστόρημα του Έβερετ διασκευάζεται σε κινηματογραφική ταινία που είναι υποψήφια για Όσκαρ, ενώ το τελευταίο του μυθιστόρημα Τα Δέντρα μπαίνει στη βραχεία λίστα του Booker και γίνεται εκδοτικό γεγονός. Σε αυτό πλέον προσθέστε το εκδοτικό φαινόμενο που αποτελεί το καινούριο του μυθιστόρημα James, το οποίο πέτυχε το σπάνιο επίτευγμα του να αποσπάσει ταυτόχρονα και το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου και το Πούλιτζερ, εκτοξεύοντας τον Έβερετ σχεδόν στα 70 του, στην στρατόσφαιρα των Αμερικανών συγγραφέων. Το πολύ ενδιαφέρον ερώτημα είναι το γιατί τώρα; Αν και δεν έχω απάντηση, έχω κάποιες υποψίες που κατά τη γνώμη μου λένε πολλά για το πόσο δύσκολο είναι τελικά να υπερβείς στερεότυπους ρόλους που σου έχουν αποδοθεί θέλοντας και μη, μια ταυτότητα που ό,τι και να κάνεις πρέπει να αποδεχθείς αν θες να κάνεις το βήμα παραπάνω. Ας εξηγήσω τι εννοώ.

Ο Έβερετ δεν ήταν ένας συγγραφέας που ήθελε να ταξινομείται ως «μαύρος συγγραφέας», όχι επειδή δεν νοιαζόταν για τη μοίρα της φυλής του στις ΗΠΑ ή επειδή δεν ήταν περήφανος για την καταγωγή του, αλλά επειδή η βασική του ιδιότητα ήταν εκείνη του συγγραφέα και όχι του «μαύρου συγγραφέα». Με αυτό εννοώ ότι η θεματολογία του δεν ήταν αγκιστρωμένη στο αιώνιο φυλετικό ζήτημα, αλλά εξερευνούσε διάφορα ζητήματα που δεν σχετίζονταν αποκλειστικά και μόνο με το χρώμα του δέρματος και τις προεκτάσεις του.

Τι παρατηρεί λοιπόν κάποιος; Ότι η εμπορική (και κριτική) επιτυχία για τον Έβερετ ήρθε όταν αποφάσισε να ασχοληθεί και εκείνος με το φυλετικό ζήτημα. Για παράδειγμα, η ταινία American Fiction που ήταν υποψήφια για Όσκαρ βασίστηκε στο Σβήσιμο, το μοναδικό ουσιαστικά μυθιστόρημά του με θέμα την αφροαμερικάνικη κουλτούρα, (μυθιστόρημα δε που σατίριζε και τις δύο κοινότητες, τη λευκή και τη μαύρη, σε σχέση με το πώς αγκάλιαζαν τα στερεότυπα που υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να καταρρίψουν).

Κατόπιν, στα Δέντρα, μια φαντασίωση εκδίκησης και ταυτόχρονα ιστορία μυστηρίου με μπόλικο μαύρο χιούμορ για μια σειρά φόνων στον Μισισιπή, ο Έβερετ έπαιρνε για πρώτη φορά στην καριέρα του μια σχεδόν μιλιταριστική θέση εναντίον των λευκών που στο εν λόγω μυθιστόρημα παρουσιάζονταν όλοι ως ρατσιστές και ηλίθιοι. Αποτέλεσμα; Εμπορική και κριτική αποδοχή. Αλλά ο πραγματικός χαμός έγινε με το Τζέιμς, το οποίο παρουσιάζεται ως ένα από τα σύγχρονα κλασικά της αμερικάνικης λογοτεχνίας (και είναι, πράγματι, το πιο πολυβραβευμένο αμερικάνικο μυθιστόρημα της δεκαετίας). Το θέμα του; η εξιστόρηση του κλασικού Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν από την οπτική γωνία του Τζιμ του σκλάβου. Εδώ διακρίνει κάποιος εύκολα ένα μοτίβο.

Από την στιγμή που ο Έβερετ αποφασίζει να ενστερνιστεί τον ρόλο του «μαύρου συγγραφέα», τα βραβεία και η εμπορική απήχηση πέφτουν στα πόδια του σαν γαρύφαλλα στην πίστα. Δεν ξέρω γιατί αποφάσισε αυτή την στροφή ο Έβερετ, δεν υπονοώ ότι ήταν υπολογισμένη ή υστερόβουλη. Ίσως ήταν το ξέσπασμα του κινήματος Black Lives Matter και η διαρκής κακοποίηση της φυλής του που τον έκαναν να νιώσει ότι δεν μπορεί παρά να μιλήσει για αυτή την αδικία. Ίσως ένιωσε πλέον μετά από τόσα χρόνια καριέρας το κάλεσμα να θίξει ζητήματα που αφορούν την ταυτότητά του, ίσως τον εκνεύρισε το κίνημα MAGA και ο Τραμπ. Άλλωστε μου φαίνεται απόλυτα λογικό να ασχοληθεί με αυτά τα ζητήματα, ζητήματα που απασχόλησαν ορισμένους από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς στην ιστορία, μαύρους και λευκούς, ζητήματα που άλλωστε είναι κομβικά όχι μόνο για την αμερικάνικη κοινωνία αλλά και για την ίδια την εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης και το πώς αντιλαμβανόμαστε το «έτερο».

Το πρόβλημα που εγώ βλέπω σε αυτό είναι το ότι ο Έβερετ τελικά έπεσε στην παγίδα που ο ίδιος είχε σατιρίσει στο Σβήσιμο: ότι ως συγγραφέας ήταν αόρατος, αλλά ως «μαύρος συγγραφέας» σημειώνει πάταγο εκμεταλλευόμενος τη διαιώνιση ενός στερεότυπου που συντηρείται τόσο από τη μαύρη κοινότητα (γιατί πουλάει) όσο και από τη λευκή (γιατί καλμάρει τις ενοχικές συνειδήσεις των φιλελεύθερων λευκών που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν το εκδοτικό τοπίο στις ΗΠΑ): ότι δηλαδή οι μαύροι συγγραφείς πρέπει οπωσδήποτε να γράφουν κυρίως για το φυλετικό ζήτημα, λες και είναι μονοδιάστατοι, λες και το μοναδικό θέμα για το οποίο μπορούν να γράψουν με εγκυρότητα είναι αυτό που σχετίζεται με το χρώμα του δέρματός τους.

Το ζήτημα λοιπόν είναι ότι ο Έβερετ αντάλλαξε την ιδιότητα του συγγραφέα, για την οποία είχε αγωνιστεί με αυταπάρνηση για τόσα χρόνια και τον καθιστούσε ελεύθερο, πέρα και πάνω από «ρόλους» και προκαταλήψεις που σχετίζονται με το χρώμα, και τον αντάλλαξε με εκείνη του «μαύρου συγγραφέα», κάτι που πράγματι του έδωσε την επιτυχία που για χρόνια είχε στερηθεί αλλά μετατρέποντάς τον σε θύμα της ίδιας του της σάτιρας. Αυτό αν μη τι άλλο επιδεικνύει και το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκει τον εαυτό του ένας Αφροαμερικάνος συγγραφέας: αν δεν γράψει ξανά και ξανά για το φυλετικό ζήτημα είναι προδότης του λαού του και καταδικασμένος στην αφάνεια, αλλά αν γράφει για αυτό μετατρέπεται σε άλλο ένα γρανάζι του συστήματος, ετεροκαθορίζεται και πάλι σε σχέση με το χρώμα του δέρματός του.

 

 

Μετά από αυτή την ομολογουμένως εκτενή εισαγωγή – σεντόνι, πάμε τώρα να δούμε το πολυβραβευμένο του καινούριο μυθιστόρημα με τίτλο Τζέιμς, που όπως ήδη ανέφερα αποτελεί μια διασκευή του Χάκλμπερι Φιν μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Τζιμ του σκλάβου, που εδώ όμως αποκτάει την πιο αξιοπρεπή προσφώνηση Τζέιμς και δεν αποτελεί καθόλου τον αγράμματο αλλά καλοκάγαθο σκλάβο στο μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν, αλλά έναν ευφυή και μορφωμένο άντρα που υποκρίνεται ότι δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση και ότι μιλάει σαν άξεστος σκλάβος απλά και μόνο για να μην τραβάει πάνω τους τις υποψίες των καχύποπτων λευκών.

Ο Πέρσιβαλ λοιπόν εστιάζει στο βάναυσα σκοταδιστικό και ντετερμινιστικό σύμπαν της περιόδου της δουλείας, εστιάζοντας όπως είναι φυσικό στα απάνθρωπα αδιέξοδα που είχε να αντιμετωπίσει ένας μαύρος, σκλάβος ή ελεύθερος, ένα σύμπαν που είναι εντελώς δυστοπικό αν έχεις γεννηθεί με λάθος χρώμα. Μπορεί κάποιος φυσικά να μιλήσει για αναρίθμητες πλευρές αυτού του μυθιστορήματος, να αναλύσει πολλές πτυχές του, αλλά υπάρχει ένα προφανής κίνδυνος: το να ερμηνεύσεις τελικά το Χάκλμπερι Φιν του Τουέιν και όχι το Τζέιμς του Έβερετ. Εφόσον το ένα είναι βασισμένο στο άλλο, πολλά πράγματα μεταξύ των δύο είναι κοινά. Νόημα εδώ συνεπώς δεν έχει το να αναλύσεις τις κλασικές αλληγορίες του Τουέιν (ένας μαύρος και ένας λευκός πάνω σε μια σχεδία που διασχίζουν τον Μισισιπή, αυτή την υδάτινη αρτηρία της μέσης Αμερικής, ή το πώς ο Χακ ωριμάζει και αποκτάει κοινωνική συνείδηση λόγω της συναναστροφής του με τον Τζιμ), ή τόσα άλλα πράγματα που προκύπτουν από ένα από τα πιο κλασικά ιερά τοτέμ της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Νόημα έχει να ερμηνεύσουμε τις διαφορετικές κατευθύνσεις που δίνει ο Έβερετ, να επικεντρωθούμε στα σημεία εκείνα που ο Έβερετ έχει επιλέξει να τροποποιήσει. Τα σημαντικότερα κατά τη γνώμη μου είναι τα εξής:

Καταρχάς για τον Έβερετ η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι πάντοτε μία ισχυρή αλληγορία για τα πάντα. Ο Τζέιμς είναι μορφωμένος και εύγλωττος, μάλιστα όταν βρίσκεται σε ντελίριο πυρετού βρίσκει τον εαυτό να συζητά με περίφημους φιλοσόφους όπως ο Βολταίρος και ο Λοκ. Όμως το βασικότερο ατού του είναι η ικανότητα να γράφει, κάτι που δεν βρίσκει την ευκαιρία να κάνει. Έτσι, αποκτάει ιδιαίτερη σημασία η απόκτηση ενός μισοφαγωμένου μολυβιού, το οποίο μάλιστα του έκανε δώρο ένας άλλος σκλάβος κλέβοντάς το από τον ιδιοκτήτη του με κόστος την ίδια του τη ζωή. Η θυσία ενός σκλάβου ώστε ένας άλλος σκλάβος που ξέρει να γράφει να μπορεί να το κάνει. Να μπορεί να πει την ιστορία του στο χαρτί. Διότι η διαδικασία του γραψίματος είναι από μόνη της μια διαδικασία σφυρηλάτησης ταυτότητας, και η ταυτότητα αυτή που προκύπτει μέσα από τη σελίδα είναι ελεύθερη, διαχρονική, δεν ξέρει τι σημαίνουν δεσμά και σκλαβιά.

Δεύτερον, ο Έβερετ συνεχίζει και επαυξάνει την ροπή του Τουέιν προς κάθε μορφής μασκάρεμα, υιοθέτηση άλλων ρόλων, εξαπάτηση, κόλπα, εν ολίγοις την αλλαγή της μορφής. Αυτό, εκτός από την επίσης διαχρονική συμβολική του ισχύ από την αρχαία τραγωδία και τον Σαίξπηρ ως ένα εργαλείο που αποκαλύπτει την υποκρισία και τη φαυλότητα, αποκτάει ιδιαίτερη διάσταση σε αυτό το έργο, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε αυτά που έγραψα στην εισαγωγή μου για την ιδιότητα του Έβερετ ως συγγραφέα/μαύρου συγγραφέα. Ας πάρουμε το παράδειγμα της σκηνής με τον θίασο των μινιστρέλων (minstrel), δηλαδή των ηθοποιών που βάφουν τα πρόσωπά τους μαύρα και υποκρίνονται τους μαύρους παίζοντας εύθυμα τραγούδια και λέγοντας αστεία, κοροϊδεύοντας εν ολίγοις την «αφέλεια» των απλοϊκών μαύρων σκλάβων. Ο αρχηγός του θιάσου αγοράζει τον Τζέιμς και τον βάζει να υποκριθεί τον λευκό που βάφεται μαύρος ώστε να μην τον αντιληφθεί το κοινό, καλύπτοντας το πρόσωπό του με δύο στρώσεις μπογιάς, πρώτα άσπρο και μετά μαύρο («φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», όπως τραγουδούσαν οι Τρύπες κάποτε). Πώς είναι αυτό διαφορετικό από την περίπτωση του ίδιου του Έβερετ ως συγγραφέα;

Άλλο παράδειγμα: ο Νόρμαν, ένας ηθοποιός του θιάσου, μοιάζει και περνιέται για λευκός αλλά στην πραγματικότητα είναι μαύρος. Ένας μαύρος που περνιέται για λευκός που υποκρίνεται τον μαύρο!  Επανέρχομαι λοιπόν σε αυτά που έλεγα για τον Έβερετ, ο οποίος παίζει και ο ίδιος με τους ρόλους και τις ταυτότητες. Αμερικάνος συγγραφέας; Αφροαμερικάνος συγγραφέας; Σκέτο συγγραφέας; Όλοι κάποια προσδοκία έχουν από τον κάθε ρόλο, όλοι τον περιμένουν στη γωνία.

Τρίτον: η ελευθερία δεν είναι μονάχα φυσική, νομική και πολιτική κατάσταση, αλλά είναι και ψυχική κατάσταση: ο Τζέιμς είναι ελεύθερος ενώ ο Τζιμ όχι, διότι ο Τζέιμς έχει παιδεία και άρα επίγνωση και η επίγνωση προσδίδει αξιοπρέπεια. Στον πυρήνα του ο Τζέιμς διατηρεί μία ελευθερία που μπορεί νομικά να μην αναγνωρίζεται και να τον οδηγεί στη ζωή του φυγά, αλλά του προσφέρει μία διανοητική και ηθική ανεξαρτησία. Αντίστοιχα, άλλοι άνθρωποι, μαύροι και άσπροι, σκλάβοι και μη, ζουν σε μια μίζερη και στενόμυαλη άγνοια που τους καθιστά λιγότερο ελεύθερους από ό,τι ενδεχομένως να νομίζουν. 

Όμως η τοξική κατεύθυνση που επέλεξε ο Έβερετ με τα Δέντρα συνεχίζεται κι εδώ αμείωτη και αφήνει μια ξινή γεύση. Ως ένα βαθμό ο στόχος του είναι προφανής και η αποτύπωση της οργής εύλογη: αν προσεγγίσουμε την εποχή της δουλείας αυτόνομα, τότε είναι ένα κλειστό σύστημα απόλυτης φρίκης, μία κόλαση εν ζωή. Το κλασικό μυθιστόρημα του Τουέιν δεν επικεντρώνεται στην οπτική γωνία του σκλάβου ώστε να εκφράζει αυτόν τον ζόφο, αλλά η εκδοχή του Έβερετ έχει αυτόν ακριβώς τον στόχο, να αποδώσει αυτό το αδιέξοδο, την ισοπέδωση κάθε ονείρου και ελπίδας, και η οργή που αυτό εκλύει είναι αναπόφευκτη.

Όμως αν αναλογιστούμε το μυθιστόρημα σε έναν διαρκή διάλογο με όλες τις ιστορικές περιόδους και ιδιαίτερα με τη σημερινή, τότε αυτή η τοξικότητα δείχνει υπολογισμένη και μάλλον προσθέτει προκαταλήψεις στο αιώνιο φυλετικό ζήτημα αντί να αφαιρεί. Το να υπονοείς ότι μία ολόκληρη φυλή έχει εκ γενετής ένα ηθικό πρόσημο (στην προκειμένη περίπτωση οι περισσότεροι μαύροι είναι καλοί αλλά ΟΛΟΙ οι λευκοί είναι του διαβόλου), διαιωνίζει τις βασικές αρχές του ρατσισμού. Όταν ο Τζέιμς ρωτάει εύλογα τον Νόρμαν που περνιέται για λευκός, γιατί δεν ζει τη ζωή του λευκού αλλά επιλέγει να ζει ως φυγάς μαζί του, ο Νόρμαν απαντάει: «Επειδή δεν θέλω να είμαι ένας απ’ αυτούς». Όμως η τεράστια αυτή ντροπή που λέγεται δουλεία είναι προϊόν της ανθρώπινης φύσης και όχι παράγωγο δερματικής απόχρωσης. Όλοι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να καταδυναστεύσουν και να εκμεταλλευτούν συνανθρώπους τους αν έχουν στα χέρια τους την εξουσία να το κάνουν.

Το ρεβιζιονιστικό σχόλιο του Τζέιμς σχετικά με τον Αμερικάνικο εμφύλιο (ο οποίος ξεσπάει προς το τέλος του μυθιστορήματος), μου φαίνεται προβληματικό. Ο Τζέιμς όταν μαθαίνει ότι έχει ξεσπάσει εμφύλιος λόγω της επιχειρούμενης καθολικής κατάργησης της δουλείας, αναρωτιέται: «Πόση από την επιθυμία για κατάργηση αυτού του θεσμού ερχόταν από κάποια ανάγκη κατευνασμού και καθησυχασμού της ενοχής του πόνου των λευκών; Πρόσβαλλε τις χριστιανικές τους ευαισθησίες το να ζουν σε μια κοινωνία που επέτρεπε μια τέτοια πρακτική; Ήξερα πως όποια κι αν ήταν η αιτία του πολέμου τους, η απελευθέρωση των σκλάβων ήταν ένα επουσιώδες θέμα και θα είχε ένα επουσιώδες αποτέλεσμα». Μιλάει ο Τζέιμς εδώ ή ο Έβερετ; Γιατί στον Τζέιμς μπορούμε να συγχωρήσουμε τα πάντα. Ο Έβερετ όμως είναι ένας ευφυής και σύγχρονος Αμερικάνος που γνωρίζει καλά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε αυτή την κοινωνία, πρόοδος που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στο μισό εκατομμύριο νεκρών που άφησε ο εμφύλιος. Όσον αφορά την ενοχή των λευκών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε βασικό κίνητρο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Γιατί είναι αυτό κακό; Όταν οι λεγόμενοι abolitionists στον βορρά είχαν ξεκινήσει τον αγώνα τους για την κατάργηση της δουλείας πολύ πριν τον εμφύλιο, (ενώ την είχαν ήδη καταργήσει για τις δικές τους πολιτείες), όντως μπορεί να βασίστηκαν στις ενοχές τους, αλλά αυτό δεν ήταν δείγμα συνείδησης;

Ας το πάω και ένα βήμα παραπάνω: ο ίδιος ο Έβερετ δεν έχει ωφεληθεί από αυτή την «ενοχή», εφόσον το λογοτεχνικό κατεστημένο των ΗΠΑ έχει ανταμείψει τη μεταστροφή του αυτή σε στρατευμένο «μαύρο» συγγραφέα με όλα τα βραβεία που θα μπορούσε να του δώσει; Μήπως ο ίδιος αναφέρεται ειρωνικά σε αυτό; Μήπως μας κλείνει το μάτι επιστρέφοντας στο παιχνίδι με την πολυσύνθετη έννοια της ταυτότητας;

Σε κάθε περίπτωση, με τον Τζέιμς ο Έβερετ έχει γράψει ένα δυνατό, απολαυστικό μυθιστόρημα, προσιτό σε όλους τους αναγνώστες, το οποίο διατηρεί πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας. Στα μάτια μου το Σβήσιμο παραμένει το καλύτερό του μυθιστόρημα, έστω κι αν γράφτηκε πολύ πριν ο κόσμος ανακαλύψει τον Έβερετ. Αλλά το Τζέιμς βρίσκεται πολύ κοντά σε αξία, ακόμα κι αν έχω την εντύπωση ότι ο Έβερετ πέρα από τα επίπεδα αυτοαναφορικής ειρωνείας, έχει κάνει μια στροφή που εκπέμπει πλεονάζουσα τοξικότητα σε καιρούς που απαιτούν συμφιλίωση. Δεν είναι άδικα ίσως το πιο πολυσυζητημένο μυθιστόρημα της χρονιάς.