Ο Σαλμάν Ρουσντί έγινε θέλοντας και μη σύμβολο. Είναι από μόνος του επαρκής λόγος για να ενταχθεί η λογοτεχνία στα βαρέα και ανθυγιεινά. Από την περίφημη φατβά του Ιρανού αγιατολάχ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 που τον οδήγησε να ζει για χρόνια κρυμμένος υπό αστυνομική προστασία, μέχρι τη σοκαριστική απόπειρα δολοφονίας του στη Νέα Υόρκη το 2023 από έναν ψυχασθενή που τον μαχαίρωσε στο μάτι, ο Ρουσντί έχει υποστεί τα πάνδεινα, αλλά επιμένει, έχοντας επωμιστεί τον ρόλο που του αναλογεί. Μήπως επένδυσε κιόλας σε όλα αυτά; Δεν το νομίζω. Ο Ρουσντί υπέφερε για χρόνια. Το μόνο του «λάθος» (κι αυτό σε εισαγωγικά) ήταν ότι ανέκαθεν τον τραβούσε η δημοσιότητα, του άρεσε η κοσμική ζωή, ο ρόλος του διανοούμενου celebrity. Αλλά ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα έπεφτε θύμα μιας παρανοϊκής επίθεσης στη διάρκεια μιας εκδήλωσης;
Το ερώτημα τώρα που τίθεται είναι ποια είναι η αληθινή θέση του Ρουσντί στη σύγχρονη ιστορία της πεζογραφίας πίσω από όλα αυτά, πίσω από τα σοκαριστικά γεγονότα, τις φήμες, την προβολή, τον πόνο, την διαρκώς αμφιλεγόμενη διάσταση της ύπαρξής του; Νομίζω ότι η απάντηση μπορεί να δοθεί με αρκετή άνεση: η θέση του είναι περίοπτη και παγιωμένη. Το αριστούργημά του Τα παιδιά του μεσονυκτίου είναι ένα σύγχρονο κλασικό έργο που έδωσε το φιλί της ζωής στον ευρωπαϊκό μαγικό ρεαλισμό, ένα βιβλίο που όχι μόνο απέσπασε το βραβείο Booker, αλλά το σπανιότατο Booker of Bookers, δηλαδή το κορυφαίο μυθιστόρημα μεταξύ των βραβευμένων με Booker για τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια του θεσμού. Και το απέσπασε πανάξια, αφού σε αυτό ο Ρουσντί τελειοποίησε το απαράμιλλο ύφος του που συνδυάζει τον αρχέτυπο παραμυθά με τη σύγχρονη πραγματικότητα και τα φλέγοντα ζητήματα ταυτότητας και παράδοσης, του δίπολου ανατολής – δύσης πολύ πριν αυτό γίνει της μόδας.
Και όλα αυτά τα κατάφερε προσφέροντας απλόχερα αγνή αναγνωστική απόλαυση, με μια γραφή βαθύτατα ανθρώπινη και προσιτή, γεμάτη ευαισθησία και χιούμορ. Αλλά και οι περίφημοι Σατανικοί στίχοι του, έργο που έγινε περιβόητο αφού ήταν εκείνο που οδήγησε στο ανάθεμα και ευθύνεται για τον στόχο που μπήκε στο κούτελό του, επισκιάστηκε από τη δημοσιότητα ενώ είναι ένα επίσης πλούσιο και απολαυστικό μυθιστόρημα, πιο ατελές από τα Παιδιά του μεσονυκτίου αλλά έστω κι έτσι ένα σημαντικό επίτευγμα. Είναι λοιπόν ασφαλές να ισχυριστεί κάποιος ότι ο Ρουσντί είναι μία εξέχουσα μορφή της αγγλόφωνης, αλλά και παγκόσμιας λογοτεχνίας στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα.
Πάμε όμως στο σήμερα. Η Πόλη της νίκης είναι ένα μυθιστόρημα που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του, αλλά εκδόθηκε λίγο μετά. Έχω την αίσθηση ότι για αυτόν τον λόγο απέσπασε τιμής ένεκεν κάποιες καλές κριτικές αφού, όπως και να το κάνουμε, είναι κακόγουστο να σχολιάσεις αρνητικά το βιβλίο κάποιου που έδινε εκ νέου μάχη για τη ζωή του, έχοντας επιβιώσει από μια άλλου είδους δοκιμασία. Δυστυχώς όμως το μυθιστόρημα είναι ποικιλοτρόπως απογοητευτικό, και αυτό το λέω όντας θαυμαστής του Ρουσντί και των κλασικών του έργων. Πριν εξηγήσω γιατί, ας ρίξουμε μια ματιά στο θέμα του.
Για περίπου δύο αιώνες γύρω στον 15ο και 16ο αιώνα, άκμασε στη νότια Ινδία ένα λαμπρό βασίλειο το οποίο ερχόταν σε αντιδιαστολή με τα παντοδύναμα σουλτανάτα του βορρά. Αναφέρω τη λέξη αντιδιαστολή, επειδή αυτό το βασίλειο και η πρωτεύουσά του, η Βιτζαγιαναγκάρ, (η οποία απλοποιείται ως Μπισνάγκα) υποτίθεται ότι βασίστηκε στον πλουραλισμό και την ισότητα σε αντίθεση με τη δεσποτική διακυβέρνηση των σουλτανάτων.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Πάμπα Καμπάνα, μια γυναίκα με μαγικές δυνάμεις της οποίας η ζωή διαρκεί όσο και εκείνη του βασιλείου, περίπου διακόσια πενήντα χρόνια. Η Πάμπα όμως είναι τόσο η δημιουργός αυτής της πόλης και αυτού του βασιλείου, χρησιμοποιώντας ένα σακούλι με σπόρους, όσο και η επική ποιήτρια της λαμπρής της ιστορίας. Ο ανώνυμος αφηγητής του μυθιστορήματος (ο Ρουσντί ας πούμε) είναι απλώς ο διαμεσολαβητής που επιχειρεί να συνοψίσει το ιδιαίτερα εκτενές και περίπλοκο επικό ποίημα των 24.000 στίχων σε κάτι πιο βατό.
Έτσι, προκύπτουν κατά τη γνώμη μου δύο βασικοί νοηματικοί άξονες που ο Ρουσντί επιχειρεί να θίξει: αφενός το ζήτημα της ισότητας, ένα προφανές νεύμα στο, νωπό ακόμη την περίοδο συγγραφής του μυθιστορήματος κίνημα #ΜeΤoo, αλλά και σε εκείνο της ελεύθερης σεξουαλικής προτίμησης. Για παράδειγμα η Πάμπα ονειρευόταν τη δημιουργία μίας πολιτείας βασισμένης στην ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ η αυτοκρατορική φρουρά της Μπισνάγκα αποτελείται από ατρόμητες γυναίκες. Παράλληλα, τα ζευγάρια κυκλοφορούν ελεύθερα ανεξαρτήτως σεξουαλικότητας, κάτι ανήκουστο σε άλλες πόλεις. Όμως, ούτε καν μια δημιουργημένη μαγικά εκ του μηδενός πόλη δεν μπορεί να παραμείνει ένα ιδανικό. Σύντομα, η Μπισνάγκα αποδεικνύεται εξ’ ίσου επιρρεπής στις ραδιουργίες, την προδοσία, τα συμφέροντα και τον πόθο για εξουσία έτσι ώστε κανένα ιδανικό δεν μένει αμόλυντο.
Δεύτερος νοηματικός άξονας είναι ο ρόλος της μυθοπλασίας ως βασικό συστατικό της ίδιας της συλλογικής ταυτότητας. «Ήταν απαραίτητο, είπε, να κάνει κάτι για να θεραπεύσει το πλήθος από τη μη πραγματική του κατάσταση. Η λύση της ήταν η μυθοπλασία. Επινοούσε τη ζωή τους, τις κάστες τους, την πίστη τους, πόσους αδελφούς και αδελφές είχαν, τα παιδικά τους χρόνια…». Εδώ ο αφηγητής βεβαίως αναφέρεται στο ότι μία πόλη που γεννήθηκε μαγικά εκ του μηδενός μαζί με τους κατοίκους της χρειάζεται να αποκτήσει ένα υπόβαθρο, μία ιστορία αλλιώς όλοι οι άνθρωποι θα κυκλοφορούσαν με συλλογική αμνησία. Όμως, είναι σαφές ότι ο Ρουσντί μεταφορικά θίγει την ίδια τη λειτουργία των διαφόρων επών και αφηγηματικών έργων μυθοπλασίας, τον ρόλο που επιτελούν στη διαμόρφωση ενός ταυτοτικού πλαισίου, ενός ενιαίου κώδικα αξιών, στη σφυρηλάτηση της ίδιας της έννοιας της παράδοσης.
Το πρόβλημα είναι όμως ότι το μυθιστόρημα δεν λειτουργεί άρτια σε κανένα επίπεδο: ούτε σε αυτό της ανάπτυξης νοηματικών σχημάτων που καθρεφτίζουν ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας, ούτε ως απολαυστική αφήγηση. Το πρώτο δεν επιτυγχάνεται διότι οι όποιοι παραλληλισμοί είναι ρηχοί, επιδερμικοί, σχεδόν επίπλαστοι, λες και ο Ρουσντί προσπάθησε εκ των υστέρων να προσθέσει δυο τρεις πινελιές κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού προκειμένου να μην αφήσει το παραμύθι του «γυμνό».
Στα σημαντικά μυθιστορήματα του ινδικής καταγωγής Βρετανού συγγραφέα, το μυθικό και μαγικό στοιχείο συνδέεται αρμονικά με τη σύγχρονη πραγματικότητα, χρησιμοποιείται ως όχημα εξερεύνησης πολλαπλών και πολύπλοκων ζητημάτων, εξού και ο όρος «μαγικός ρεαλισμός» που αποδίδεται στα βιβλία του. Στην προκειμένη περίπτωση αυτός ο συσχετισμός δεν υπάρχει. Το βιβλίο είναι ένα παραμύθι που μόνο επιφανειακά φέρει συσχετισμούς που φαντάζουν ουσιαστικοί και επίκαιροι.
Όμως ούτε σαν παραμύθι λειτουργεί καλά. Η πλοκή δεν μπόρεσε ποτέ να μου κρατήσει το ενδιαφέρον, κι αυτό διότι στερείται δραματικής έντασης, αναρίθμητα μαγικά γεγονότα καταγράφονται χωρίς να νιώθουμε ούτε κατ’ ελάχιστον το αποτύπωμά τους, οι χαρακτήρες είναι αυτονόητα μονοδιάστατοι, οι ευκολίες της πλοκής σκάνε ανώδυνα η μία μετά την άλλη. Ο αφηγηματικός πλούτος των σπουδαίων έργων του Ρουσντί εδώ είναι απών. Αλλά και η γραφή του είναι πιο επίπεδη, λιγότερο εμπνευσμένη, έχει χάσει τις αιχμές της, αυτά τα σημεία που παλιότερα προσέδιδαν μια γοητευτική επικινδυνότητα στα μυθιστορήματά του, μια αίσθηση του απρόβλεπτου και του θαυμαστού.
Παραμένω θαυμαστής του Σαλμάν Ρουσντί, Τα Παιδιά του μεσονυκτίου εξακολουθεί να βρίσκεται στη λίστα με τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα όλων των εποχών, ενώ δεν θα είχα την παραμικρή ένσταση να του απονεμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο και πιστεύω ότι βάσει συνολικού έργου αξίζει απόλυτα. Όμως ομολογώ ότι δεν κατάφερα καν να ολοκληρώσω την ανάγνωση της Πόλης της νίκης. Ίσως να εισέρχεται και ένα υποκειμενικό στοιχείο εδώ, αλλά μου φάνηκε το είδος του βιβλίου που όχι απλά ξεχνάς μόλις το κλείσεις, αλλά το οποίο ξεχνάς την ίδια την ώρα που το διαβάζεις. Δεν πειράζει, άλλωστε για όποιον θέλει να διαβάσει Σαλμάν Ρουσντί για πρώτη φορά, είναι πολλά τα εξαιρετικά του έργα που προσφέρονται.

