Για αιώνες, η γη δεν ήταν «φύση» με τη σημερινή έννοια του όρου. Δεν αποτελούσε απλώς ένα τοπίο προς παρατήρηση ούτε ένα σκηνικό φωτογράφισης. Ήταν αυτό που έδινε ρυθμό και νόημα στην καθημερινή ζωή.

Στον μεσογειακό κόσμο, και ειδικότερα στον ελληνικό χώρο, η καθημερινότητα οργανωνόταν γύρω από το έδαφος, τις εποχές, την καλλιέργεια και τη συγκομιδή. Η γνώση της γης ήταν απαραίτητο στοιχείο του τρόπου ζωής. Κάποια στιγμή, όμως, αυτή η σχέση άλλαξε ριζικά. Και σχεδόν ανεπαίσθητα, σταματήσαμε να κοιτάμε τη γη.

Στις παλαιότερες κοινωνίες, η γη δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως έννοια ή ως φυσικό τοπίο. Ήταν ο χώρος όπου εξελισσόταν η ζωή και μέσα στον οποίο συγκροτούνταν οι κοινωνικές σχέσεις. Η ιστορική προσέγγιση του The Mediterranean and the Mediterranean World in the Age of Philip II δείχνει ότι στη Μεσόγειο το κλίμα, το τοπίο, η τροφή και οι ανθρώπινες πρακτικές λειτουργούσαν ως ενιαίο σύστημα.

Οι εποχές δεν ήταν απλώς ημερολογιακές μεταβολές, αλλά καθόριζαν τον ρυθμό της ζωής, την εργασία, τις συνήθειες και τις κοινωνίες. Αυτή η γνώση της γης δεν μεταδιδόταν ως θεωρία. Μαθαινόταν μέσα από την πράξη και την καθημερινή εμπειρία, καθώς οι άνθρωποι επαναλάμβαναν και μιμούνταν ό,τι έβλεπαν γύρω τους. Η καλλιέργεια, η συλλογή φυτών, η παρατήρηση του εδάφους και του καιρού δεν διδάσκονταν, βιώνονταν και περνούσαν από γενιά σε γενιά. Η γνώση της γης ήταν αναγκαία.

Η απομάκρυνση από αυτή τη βιωματική σχέση με τη γη γίνεται πιο έντονη μέσα στον 20ό αιώνα. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ζωή μετακινείται μαζικά προς τις πόλεις και η παραγωγή τροφής απομακρύνεται από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Πολλές από τις παλιές μορφές ζωής αλλάζουν ή χάνονται μέσα σε λίγες δεκαετίες.
Για όλο και περισσότερους ανθρώπους, η γη παύει να αποτελεί μέρος της καθημερινότητας.

Το The Great Transformation αναλύει πώς η ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς μετατρέπει τη γη από σχέση ζωής σε οικονομικό πόρο. Όταν η επιβίωση δεν εξαρτάται πλέον άμεσα από την καλλιέργεια και το έδαφος, η παρατήρηση της γης παύει να είναι απαραίτητη. Η σχέση αντικαθίσταται από το εμπόριο και το προϊόν πληροφορίας.

Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο την οικονομία ή τον τόπο όπου ζούμε, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Σε παλιότερες μορφές ζωής, η γνώση γεννιόταν από τη συνεχή επαφή με το περιβάλλον και την προσεκτική παρατήρηση του εδάφους, του καιρού και των μικρών αλλαγών γύρω μας. Σήμερα, η σχέση αυτή είναι όλο και πιο έμμεση. Αντί να διατηρούμε την ικανότητα να διαβάζουμε τη γη μέσα από τα σημάδια της, την προσεγγίζουμε κυρίως μέσα από πληροφορίες και εικόνες.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο, ακόμη και τα βότανα αλλάζουν θέση και νόημα. Από αυτονόητο μέρος της καθημερινότητας, μετατρέπονται σε εξειδικευμένο αντικείμενο ή σε προϊόν. Η παραδοσιακή γνώση των βοτάνων δεν λειτουργούσε ως θεωρία, αλλά ως πρακτικός τρόπος ζωής και κουλτούρας του τόπου. Όταν αυτή η γνώση αποκόβεται από το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε, παύει να αποτελεί τρόπο ζωής και μετατρέπεται απλώς σε εικόνα.

Το να ξανακοιτάξουμε τη γη σήμερα δεν σημαίνει να αναβιώσουμε παλιούς τρόπους ζωής ούτε να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν. Σημαίνει να αναγνωρίσουμε τη σημασία της παρατήρησης, της εποχικότητας και της σχέσης ως πολιτισμικών αξιών. Ο ιστορικός E. P. Thompson έχει δείξει ότι τα έθιμα και οι πρακτικές των κοινοτήτων ήταν πάντοτε ζωντανές και εξελισσόμενες. Στο ίδιο πνεύμα, το πλαίσιο της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς της UNESCO υπενθυμίζει ότι τέτοιες μορφές γνώσης δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν, αλλά μπορούν να αποκτήσουν νέο νόημα στο σήμερα.

Ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε τι θα άλλαζε αν ο άνθρωπος ζούσε σήμερα λίγο πιο κοντά στη γη. Αν παρατηρούσε περισσότερο και κατανάλωνε λιγότερο. Αν περίμενε την αλλαγή της εποχής με νοσταλγία αντί να την προσπερνά. Αν καταλάβαινε ξανά από πού έρχεται η τροφή, τα αρώματα των εποχών, η γεύση των υλικών. Ίσως τότε να άλλαζε ο τρόπος που φροντίζουμε το σώμα μας και ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τον χρόνο· όχι επειδή θα γινόμασταν πιο «παραδοσιακοί», αλλά επειδή θα ζούσαμε πιο συνειδητά την καθημερινότητά μας.