Η Φράνι κι ο Ζούι είναι αδέλφια, στα 25 ο Ζούι, στα 20 η Φράνι. Όταν ήταν ακόμα παιδιά, δεν ήταν παιδιά σαν όλα τα άλλα, αλλά παιδιά – θαύματα, που συμμετείχαν σε δημοφιλέστατη ραδιοφωνική εκπομπή γνώσεων στις ΗΠΑ, σε μια εποχή που το ραδιόφωνο ήταν το κυρίαρχο Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Μιλάμε άλλωστε για ένα βιβλίο, το “Franny & Zooey” του Τζέι Ντι Σάλιντζερ, που εκδόθηκε το 1961 (έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τρεις διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους ως «Φράνυ και Ζούι» το 1983, «Φράνι και Ζούι» το 2012 και «Η Φράννυ και ο Ζούι» το 2019), ενώ τα δύο τμήματα που το αποτελούν, η νουβέλα Φράνι και το διήγημα Ζούι είναι ακόμη παλιότερα, καθώς πρωτοδημοσιεύτηκαν στο “New Yorker” το 1955 και το 1957 αντίστοιχα. Η Φράνι και ο Ζούι είναι τα νεότερα από τα επτά συνολικά αδέλφια της οικογένειας Γκλας. Όλα ανεξαιρέτως είχαν περάσει από την εκπομπή και είχαν διαπρέψει. Ούτε ακριβώς ήταν κάτι που έτυχε, ούτε ήταν μόνο ζήτημα ξεχωριστών γονιδίων, ήταν σε μεγάλο βαθμό και αποτέλεσμα μιας μυητικής διαδικασίας, καθώς τα αδέλφια είχαν μεγάλες διαφορές ηλικίας μεταξύ τους, με αποτέλεσμα τα μεγαλύτερα να κάνουν τα μικρότερα σαν τα υπερκαλλιεργημένα μούτρα τους. 

Οι ραδιοφωνικές εκπομπές τότε είχαν και ζωντανό κοινό. Ο Ζούι ετοιμάζεται να φύγει για μια εκπομπή και ένας μεγαλύτερος αδελφός του τού ζητά να γυαλίσει τα παπούτσια του. Ο Ζούι εξανίσταται. Τι νόημα έχει; Έτσι που καθόμαστε στο στούντιο κι από εκεί που κάθεται το κοινό, δεν μπορούν καν να τα δουν. Ο αδελφός του τού εξήγησε ότι δεν έχει σημασία, πρέπει να τα έχει γυαλισμένα για την παχιά κυρία. Δεν του είπε ποτέ τίποτα περισσότερο για εκείνη. Κι όμως, με έναν τρόπο ο Ζούι και κατάλαβε τι εννοούσε και έκτοτε άρχιζε να τα γυαλίζει ανελλιπώς. 

Χρόνια αργότερα, όταν ήρθε η σειρά της, ο ίδιος αδελφός επανέλαβε κάτι αντίστοιχο και στη Φράνι. Πρέπει να συμμετέχει σε κάθε εκπομπή με κέφι λόγω της παχιάς κυρίας. Τα δυο προνομιούχα αδέλφια, με το πολιτισμικό κεφάλαιο να τρέχει από τα μπατζάκια των παιδικών τους παντελονιών, σχημάτισαν στο μυαλό τους μια απολύτως στερεοτυπική εικόνα της παχιάς κυρίας: κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα στην αυλή της ακούγοντας ολημερίς στη διαπασών ραδιόφωνο, κάνει ζέστη, βαράει κυριολεκτικά μύγες που πετούν ολόγυρά της, τα πόδια της εννοείται αντιαισθητικά, φλέβες πεταμένες, ενώ, για να μην της λείπει τίποτα το αξιολύπητο, είναι και καρκινοπαθής.

Κάνε ό,τι κάνεις, όσο καλύτερα μπορείς, μόνο και μόνο για την παχιά κυρία εκεί έξω. Και μην περιμένεις σε ανταπόδοση τίποτα άλλο, εκτός από την εσωτερική ικανοποίηση ότι το έκανες. Κάνε ό,τι κάνεις με όλη σου την καρδιά κι όχι τη μισή, για μια φανταστική Fat Lady, που από την ψάθινη καρέκλα της αυλής της δεν έχει καν κανένα τρόπο να ξέρει αν τα γυάλισες τα παπούτσιά σου. Άρα, τελικά, κάνε ό,τι κάνεις όσο καλύτερα μπορείς για τον εαυτό σου και μόνο, φτάνοντας όμως ως εκεί από την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή κάνοντάς το και απευθύνοντάς το σε έναν άλλο.

Ποιον άλλον όμως; Ο Σάλιντζερ εδώ δεν φιλοτεχνεί τον ιδανικό ακροατή – θεατή – αναγνώστη, αλλά το εντελώς αντίθετό του. Ο ιδανικός του παραλήπτης, το ιδανικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται με το μυαλό τους τα αδέλφια, βρίσκεται στον αντίποδα του ιδανικού, είναι ένα πρόσωπο που οι ήρωές του δεν μπορούν να μην το κοιτούν αφ’ υψηλού, συγκαταβατικά στην καλύτερη περίπτωση, με οίκτο ή περιφρόνηση στη χειρότερη. Κι όμως. Για ένα τέτοιο πρόσωπο, για να το τιμήσουν, για να το σεβαστούν, αποδέχονται πως πρέπει κάθε φορά να είσαι όσο καλύτερα προετοιμασμένοι γίνεται, μην αφήνοντας καμία λεπτομέρεια στην άκρη, ειδικά αν είναι αόρατη. 

Και όταν βάζεις στο μυαλό σου έναν, βάζεις τελικά και τον καθένα. Ο Ζούι λέει στη Φράνι ότι εκείνος πιστεύει πως τελικά παχιά κυρία είναι ο κάθε άλλος άνθρωπος, μέχρι και ο Θεός, και για την ακρίβεια ο Χριστός με τον οποίο την περίοδο εκείνη η Φράνι έχει φάει ένα κόλλημα. Κάνε ό,τι κάνεις για τους άλλους και είτε φτάσει στους άλλους είτε όχι, εσύ πάντως θα το έχεις καρπωθεί. Αλλά αν ξεκινήσεις απ’ το ότι το κάνεις για σένα και μόνο, έχουμε να κάνουμε με ένα κλειστό σύστημα που θα κακοφορμίσει. Η πορεία προς τον εαυτό σου δεν ανοίγει αν δεν διαμεσολαβήσουν οι άλλοι, έστω ως πρόθεση, έστω ως φαντασίωση. έστω ως χειρονομία, έστω ως κίνητρο. Εσύ οφείλεις να είσαι σωστός. Να τα έχεις γυαλίσει τα παπούτσια σου. Η παχιά κυρία δεν έχει τρόπο να το ξέρει. Δεν έχει σημασία. Εσύ το έκανες για εκείνη.

Μου έρχεται στο μυαλό ένα άλλο πολύ πιο πρόσφατο γυάλισμα που φλερτάρει με την τελειομανία. Πρόκειται για ένα επεισόδιο από τον δεύτερο κύκλο του “The Bear”, στον οποίο είχαμε αναλυτικά αναφερθεί δυο καλοκαίρια πριν. Στέλνουν έναν μεσήλικο ήρωα που δουλεύει χρόνια σε οικογενειακό σαντουϊτσάδικο, να κάνει ένα είδος άσκησης – μετεκπαίδευσης σε τοπ εστιατόριο, ώστε να έρθει σε επαφή με την κουλτούρα που διέπει τη δουλειά σε αυτά τα επίπεδα. Εκεί τον βάζουν επί μέρες να μην κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να πλένει και να στεγνώνει τα πιρούνια. Κι όταν βρουν σε κάποιο έναν μικροσκοπικό λεκέ και του πουν ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του κι εκείνος πάει να αγανακτήσει με την υπερβολή, θα τον κατηχήσουν: Εδώ είναι κουζίνα εστιατορίου με τρία αστέρια Μισελέν. Αν δεν σέβεσαι το πιρούνι στον βαθμό τού να μην μπορεί να ανευρεθεί πάνω του οτιδήποτε, έστω και με μικροσκόπιο, δεν σέβεσαι τους ανθρώπους του μαγαζιού, δεν σέβεσαι τους πελάτες, αποδέχεσαι το ενδεχόμενο ο λεκές να γίνει αντιληπτός, η εμπειρία την οποία έχουν έρθει οι πελάτες να απολαύσουν να κηλιδωθεί, η υπηρεσία την οποία προσφέρει αυτός εδώ ο χώρος να κηλιδωθεί, η φιλοξενία που παρέχει αυτός εδώ ο χώρος να εκπέσει από το ανώτατο δυνατό επίπεδο.

Όσο όμως κι αν είναι φαινομενικά παρόμοια ή ίσως και εντελώς τα ίδια, πρόκειται για εντελώς άλλου τύπου γυαλίσματα. Η απεύθυνση στο γυάλισμα του πιρουνιού δεν είναι αφηρημένη, κατασκευασμένη και ιδεαλιστική, αλλά συγκεκριμένη, πρακτική και αναγόμενη όχι στη σφαίρα των ιδεών, αλλά στη σφαίρα της ελεύθερης αγοράς, της βαθμολόγησης των αστεριών Μισελέν, του οικονομικού ανταγωνισμού. Γυαλίζεις το πιρούνι ως υπάλληλος για τον πελάτη που έχει τα λεφτά να φάει στο εστιατόριό σου και αν τυχόν σε κράξει και γίνει ντόρος, μπορεί να κινδυνεύσει η φήμη του. Γυαλίζεις ως ο από κάτω προς τα πάνω, που είναι η αγορά που μπορεί να σε εξοντώσει. Ο Ζούι γυαλίζει παπούτσια που δεν πρόκειται να δει κανείς και σίγουρα όχι μια παχιά κυρία σε ένα μπαλκόνι, χιλιάδες μίλια μακριά από το ραδιοφωνικό στούντιο. Εδώ γυαλίζεις τα πιρούνια επειδή αν υπάρξει λεκές θα αποκαλυφθεί. Επειδή το ελάττωμα δεν επιτρέπεται όχι σε πνευματικό επίπεδο αλλά σε υλικό. 

Στο τότε κείμενο κάναμε εκτενέστερα λόγο για το πώς το The Bear παρουσιάζει άθελά του έναν πολιτισμό που παριστάνει τον πνευματικό, ψάχνοντας να βρει υποκατάστατα της ιερότητας, της μυσταγωγίας, της τελετουργίας, του νοήματος. Ο πολιτισμός του Σάλιντζερ όμως βρίσκεται στην καρδιά της πνευματικότητας: κάνε ό,τι πρέπει, όχι επειδή υπάρχει περίπτωση να αποκαλυφθεί το ελάττωμα, αλλά επειδή εσύ συνομιλείς με το δέον. Κάν’ το όχι επειδή μπορεί να υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες, αλλά επειδή έτσι είναι σωστό να γίνονται τα πράγματα. 

Φτιάξε στο μυαλό σου μια παχιά κυρία. Κι όσο περισσότερο συνειδητοποιημένος είσαι ότι δεν υπάρχει, ότι είναι δική σου κατασκευή, τόσο περισσότερο αληθινή θα γίνεται. Ακόμα κι αν υπήρχε άλλωστε, κανονικά η γνώμη της για σένα ή το να περάσει καλά, θα έπρεπε να είναι το τελευταίο που σε νοιάζει. Του αλλάζεις όμως θέση και το κάνεις το πρώτο. Και κάπως έτσι, ακούγοντάς σε απ’ την ψάθινη καρέκλα της, με το ράδιό της πάντα στη διαπασών, είναι χαρούμενη που έχεις πάει και σήμερα στην εκπομπή με τα παπούτσια σου να αστράφτουν. Να αστράφτουν για εκείνην. Για εκείνην που είναι ο κάθε άλλος άνθρωπος ή ο Θεός. Που είσαι τελικά εσύ ο ίδιος.