Η ταινία Maya & Samar αφηγείται την ιστορία δύο αγνώστων, των οποίων η σύντομη αλλά βαθιά συνάντηση ανατρέπει τα όρια του πολιτισμού, της επιθυμίας και της επιβίωσης. Η Maya, μια ανερχόμενη δημοσιογράφος που βρίσκεται στην Αθήνα για διακοπές, συναντά τη Samar, μια queer γυναίκα από το Αφγανιστάν που ζει χωρίς χαρτιά, δουλεύοντας ως χορεύτρια σε κλαμπ για να επιβιώσει. Η σχέση τους μετατρέπεται σε ένα πυκνό πεδίο αναμέτρησης: ανάμεσα στη ματιά και τη μαρτυρία, στην ανάγκη να αγαπηθείς και στην ανάγκη να ζήσεις ελεύθερα.
Την ημέρα της παγκόσμιας πρεμιέρας της ταινίας στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχαμε τη χαρά να συνομιλήσουμε με τη σκηνοθέτιδα Anita Doron και τη νεαρή ηθοποιό Amanda Babaei Vieira, που υποδύεται τη Samar:
Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, ένα πραγματικά ασφυκτικό πλαίσιο για μια τόσο απαιτητική ιστορία. Πώς καταφέρατε να αποδώσετε όλη αυτή την ένταση και το συναίσθημα μέσα σε τόσο λίγο χρόνο;
Anita Doron: Ήταν δύο εβδομάδες γυρισμάτων και περίπου δύο εβδομάδες προετοιμασίας. Εξαιρετικά γρήγορα, σχεδόν απίστευτα, αν σκεφτεί κανείς την πολυπλοκότητα και τον όγκο των σκηνών. Ευτυχώς είχαμε μια υπέροχη ομάδα και ένα εξαιρετικό καστ, πραγματικά ένα μικρό θαύμα. Το πιο δύσκολο ήταν ο χρόνος· σε μια ιδανική συνθήκη θα θέλαμε να δουλέψουμε πιο προσεκτικά, να “σκαλίσουμε” τις λεπτομέρειες. Όμως υπάρχει κάτι μαγικό όταν δουλεύεις μέσα από αυτή την ένταση, με την αδρεναλίνη να σε οδηγεί. Ξέρεις πως κάθε μέρα πρέπει να κάνεις το αδύνατο. Ήταν κυρίως απαιτητικό για τους ηθοποιούς, για την Amanda και τη Nicolette, που έπρεπε να βιώσουν τόσα συναισθήματα σε τόσο μικρό διάστημα, μια πραγματικά ηρωική διαδρομή.

Η Ελλάδα συχνά λειτουργεί ως συμβολικός χώρος στον κινηματογράφο, ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, στο παλιό και το νέο. Λειτούργησε κάπως έτσι και στην ταινία σας;
Anita Doron: Η Αθήνα είναι ένα κρίσιμο σημείο συνάντησης, ένα μέρος όπου διαφορετικοί κόσμοι αλληλεπιδρούν πραγματικά. Όταν βρίσκεσαι στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, νιώθεις πόσο ζωντανός είναι αυτός ο τόπος, οι άνθρωποι είναι έξω, στους δρόμους, γενιές αναμειγνύονται, όλα είναι μπλεγμένα με έναν υπέροχα αληθινό τρόπο. Δεν πιστεύω πως υπάρχει αλλού κάτι παρόμοιο σε αυτό το επίπεδο. Αγαπώ αυτή την πόλη. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλο μέρος για να ειπωθεί αυτή η ιστορία. Μόνο εδώ, μια γυναίκα που προέρχεται από έναν προνομιούχο κόσμο μπορεί να «ταπεινωθεί» με την καλή έννοια, να βιώσει τη ζωή κάποιου άλλου, όπως της Samar, πέρα από τις υποθέσεις και τις βεβαιότητές της. Μόνο στην Αθήνα αυτό μπορούσε να φανεί τόσο πιστευτό και τόσο πολυεπίπεδο.
Amanda Babaei Vieira: Νομίζω ότι η Αθήνα βρίσκεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα γεωπολιτική θέση, ειδικά μέσα στην Ευρώπη. Γιατί, ξέρεις, η “Ευρώπη-φρούριο”, όπως τη λέμε, είναι κάτι που θεωρώ ντροπή. Και είναι κάτι που μπορείς να το δεις πολύ καθαρά στα ευρωπαϊκά σύνορα, παντού. Στην Ελλάδα αυτό είναι ορατό, το βλέπεις, είναι παρόν. Το ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία, όπου ζω.
Οπότε, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να ειπωθεί αυτή η ιστορία εδώ, σε ένα μέρος τόσο κοντά στη θάλασσα. Γιατί η θάλασσα κουβαλά τόση θλίψη, αλλά και τόση χαρά ταυτόχρονα. Και αυτό είναι ακριβώς το νόημα.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία Maya and Samar; Ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας, κοινωνικής παρατήρησης ή μιας βαθύτερης επιθυμίας να εξερευνήσετε την έννοια της ταυτότητας;
Anita Doron: Το σενάριο γράφτηκε από την Καναδή σεναριογράφο Tamara Faith Berger, η οποία δεν είχε προσωπικές εμπειρίες από αυτόν τον κόσμο. Όμως πιστεύω πολύ βαθιά ότι πρέπει να λέμε ο ένας τις ιστορίες του άλλου. Να εμπλεκόμαστε, να τις αφηγούμαστε, ακόμη κι αν δεν τις έχουμε βιώσει προσωπικά, γιατί αυτό είναι, για μένα, η ύψιστη μορφή ενσυναίσθησης. Δεν μπορούμε να λέμε «αυτή είναι η δική σου ιστορία, μόνο εσύ μπορείς να την πεις». Οφείλουμε να είμαστε μέσα στις ιστορίες των άλλων. Όταν διάβασα το σενάριο, συγκινήθηκα. Το Αφγανιστάν ήταν πάντα σημαντικό για μένα, και η ιδέα να μιλήσουμε για την αγάπη, τη σεξουαλικότητα και τη χαρά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τρόπο ειλικρινή και ρεαλιστικό, με ενθουσίασε. Ήθελα να συμμετάσχω και να βρω τις κατάλληλες ηθοποιούς, γιατί όλα εξαρτώνται σε αυτό σε μεγάλο βαθμό. Μόλις ξεκινήσαμε τη δουλειά, τόσο η Amanda όσο και η Nicolette (Pearse) υπήρξαν εξαιρετικά αφοσιωμένες. Περάσαμε πολύ χρόνο μαζί, συναντώντας πρόσφυγες, κάνοντας έρευνα, προσπαθώντας να κατανοήσουμε τον κόσμο που αφηγούμαστε, χωρίς υποθέσεις, με σεβασμό και ακρίβεια. Ήρθαμε στην Ελλάδα ένα χρόνο πριν τα γυρίσματα, και ξεκινήσαμε τότε να συναντάμε γυναίκες από το Αφγανιστάν που ζουν εδώ. Μιλήσαμε με πέντε από αυτές, ακούσαμε τις ιστορίες τους, ιστορίες που με συγκίνησαν βαθιά. Κρατάω ακόμα επαφή μαζί τους.
H Amanda Babaei Vieira μιλά για την προετοιμασία της στον ρόλο της Samar, τη μελέτη της αφγανικής ιστορίας και προφοράς, και τη βαθιά της ανάγκη να προσεγγίσει τον ρόλο με σεβασμό. Πώς προετοιμαστήκατε για τον ρόλο της Samar, μιας γυναίκας με σύνθετη ταυτότητα και βαρύ βίωμα;
Amanda Babaei Vieira: Για μένα, το ταξίδι ξεκίνησε πολύ νωρίς. Έπρεπε να μάθω την αφγανική προφορά, κάτι που με οδήγησε να ερευνήσω ολόκληρη την ιστορία της χώρας. Ξεκίνησα να δουλεύω με φωνητικό coach περίπου επτά μήνες πριν από τα γυρίσματα, και παράλληλα άρχισα να διαβάζω, να συναντώ ανθρώπους, να ακούω τις εμπειρίες τους. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να αποδώσω αυτόν τον ρόλο με τον μέγιστο σεβασμό, να μην βασιστώ σε στερεότυπα, αλλά να προσπαθήσω να κατανοήσω όσο το δυνατόν περισσότερο τον κόσμο και τις αποχρώσεις της Samar. Οπότε, θα έλεγα πως προετοιμαζόμουν περίπου επτά μήνες πριν αρχίσουν τα γυρίσματα, μια δύσκολη αλλά βαθιά ουσιαστική διαδικασία.
Στην ταινία, η κάμερα μοιάζει να λειτουργεί σαν ένας σιωπηλός μάρτυρας, ανάμεσα στις δύο ηρωΐδες, σχεδόν σαν να παρακολουθεί από μακριά χωρίς να παρεμβαίνει. Πώς δουλέψατε αυτό το οπτικό λεξιλόγιο; Ποιος ήταν ο ρόλος της κάμερας μέσα σε αυτή τη σχέση;
Anita Doron: Ευχαριστώ πολύ για αυτή την παρατήρηση, είναι κάτι που έχει μεγάλη σημασία για μένα. Σε αυτή την ταινία, οι ερμηνείες έρχονται πρώτες. Και είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε με τη Χριστίνα Μουμούρη, τη διευθύντρια φωτογραφίας μας, που είναι εξαιρετική. Έχει εμπειρία στο ντοκιμαντέρ και δουλεύει η ίδια και ως χειρίστρια κάμερας, οπότε καταλαβαίνει απόλυτα αυτή την ιδέα: στήνουμε έναν κόσμο και αφήνουμε τα πράγματα να εξελιχθούν μέσα του. Η κάμερα δεν ζητά από τους ηθοποιούς να “παίξουν” για εκείνη· τους αφήνει να ζήσουν τη στιγμή, να χαθούν μέσα σε αυτή. Εμείς απλώς παρατηρούμε. Και όπως στη ζωή, έτσι και εδώ, όλα είναι κάπως ακατάστατα, απρόβλεπτα, ζωντανά. Η Χριστίνα ήταν ο ιδανικός συνεργάτης. Έχει αυτή την ικανότητα να “νιώθει” τη σκηνή, όχι να τη σκηνοθετεί. Της έδινα την ατμόσφαιρα, το συναίσθημα κάθε στιγμής, κι εκείνη κινηματογραφούσε όχι με το μυαλό αλλά με την καρδιά, σαν να βρισκόταν εκεί ως άνθρωπος που παρακολουθεί, όχι ως τεχνικός. Αυτό ήταν κρίσιμο: να μην παρουσιάζουμε κάτι στην κάμερα, αλλά να το μαρτυρούμε. Να είμαστε μάρτυρες μιας στιγμής αλήθειας. Όπως το είπες κι εσύ: μια πράξη παρατήρησης, μια ματιά που είναι παρούσα αλλά αόρατη.
Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που σας προκάλεσε ιδιαίτερα προσωπικά, περισσότερο από τις υπόλοιπες;
Amanda Babaei Vieira: Νομίζω ότι ολόκληρη η διαδικασία των γυρισμάτων ήταν μια πρόκληση από μόνη της, ακριβώς επειδή ήταν τόσο συμπυκνωμένη. Ήταν μια δίνη εμπειριών, γιατί τα πράγματα άλλαζαν συνεχώς κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί. Ένιωθα πως ήμασταν σε μια συνεχή κατάσταση έντασης, με τα συναισθήματα πάντα στο κόκκινο. Οπότε δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια συγκεκριμένη στιγμή ως πιο δύσκολη, θα έλεγα ότι το σύνολο ήταν μια εμπειρία γεμάτη ένταση και συγκίνηση. (γέλια) Αν και… ίσως τώρα που το σκέφτομαι, οι σκηνές στα sex clubs είχαν τη δική τους δυσκολία! Ιδιαίτερα αυτή όπου χορεύω στον στύλο – που, όπως μου είπανε, φαινόταν αβίαστη, αλλά για μένα ήταν εντελώς καινούρια εμπειρία. Πριν από τα γυρίσματα είχα κάνει μαθήματα με απίστευτες stripper από το Αμβούργο, και ήταν πραγματικά υπέροχες. Προσπάθησα να μάθω όχι μόνο τις κινήσεις τους, αλλά και την ενέργεια και τη στάση που είχαν μεταξύ τους. Ήταν κάτι απροσδόκητα υγιές και ενδυναμωτικό για μένα να δοκιμάσω να κινηθώ με αυτόν τον τρόπο, γιατί δεν είμαι χορεύτρια και δεν το είχα ξανακάνει ποτέ. Και το πιο αστείο είναι ότι η σκηνή με τον στύλο ήταν αυτοσχεδιασμός! Δεν γνώριζα καν ότι θα υπάρχει στύλος στο σετ, το ανακαλύψαμε λίγο πριν το γύρισμα. Έτσι, απλώς αυτοσχεδίασα, προσπάθησα να “παίξω” μαζί του, και νομίζω πως σε κάποια στιγμή… ναι, τον έγλειψα! (γέλια).
Anita Doron: Αυτή η στιγμή τελικά έγινε μία από τις αγαπημένες μου. Είναι τόσο προκλητική, τόσο απελευθερωτική, σχεδόν ένα ξεκάθαρο “fk you”** σε όλα όσα περιμένουν οι άλλοι από σένα.

Η ταινία Maya & Samar μοιάζει να συνομιλεί με το σύγχρονο ευρωπαϊκό τοπίο της μετανάστευσης. Πόσο πολιτική θέλατε να είναι η ταινία;
Anita Doron: Νομίζω πως η πολιτική δήλωση προκύπτει από κάτω, σχεδόν κάτω από το δέρμα της ταινίας. Δεν ξεκίνησα με στόχο να κάνω μια πολιτική ταινία· ήθελα να αφηγηθώ μια ανθρώπινη ιστορία. Νοιάζομαι για τη Samar και για τη Maya, αυτό ήταν που με κινητοποίησε εξαρχής. Φυσικά όμως, υπάρχει και πολιτική διάσταση. Πώς θα μπορούσε να μην υπάρχει, όταν παρακολουθείς αυτές τις ζωές με ειλικρίνεια; Όταν βλέπεις τι σημαίνει να ζεις στο περιθώριο, να αγωνίζεσαι για αξιοπρέπεια; Ωστόσο, ως δημιουργός, πρέπει να ξεκινώ πάντα από τον άνθρωπο. Από αυτό το ένα πρόσωπο και την ιστορία του, κι από το άλλο και τη δική του. Κλείνω έξω οτιδήποτε άλλο για να είμαι αυθεντική απέναντί τους, και αφήνω την ίδια την ιστορία να φανερώσει την αλήθεια που έχει να ειπωθεί.
Amanda Babaei Vieira: Χθες διάβασα ένα απόσπασμα στον δρόμο που έλεγε: «Το να υπάρχεις σημαίνει να αντιστέκεσαι». Και σκέφτηκα ότι, ναι, μερικές φορές αυτό είναι αλήθεια. Κάποιες υπάρξεις είναι από μόνες τους μια μορφή αντίστασης.
Anita Doron: Ναι… Στο χωριό όπου ζω, υπάρχει μια μουσική οργάνωση που έχει αναρτημένη μια φράση: «Το να δημιουργείς σημαίνει να αντιστέκεσαι». Και νομίζω πως αυτά τα δύο -το να υπάρχεις και το να δημιουργείς- είναι τελικά το ίδιο πράγμα.
Διάβασα ότι η ταινία έλαβε χαρακτηρισμό NC-17. Πιστεύετε ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο το κοινό θα τη δεχθεί ή θα τη βιώσει; Θεωρείτε ότι αυτή η απόφαση ίσως αντικατοπτρίζει κάποια προκατάληψη απέναντι στις queer αφηγήσεις;
Anita Doron: Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω πως αν το κοινό έχει την ευκαιρία να καθίσει και να δει την ταινία, θα σχηματίσει τη δική του άποψη, όχι με βάση την κατηγοριοποίηση, αλλά με βάση το πώς νιώθει και τι του προσφέρει η εμπειρία της προβολής. Έχω εμπιστοσύνη στους θεατές· δεν ανησυχώ ότι θα επηρεαστούν από την ένδειξη “NC-17”. Όσο για το θέμα της προκατάληψης… δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ. Είναι κάτι που με κάνει να θέτω ερωτήματα και να προβληματίζομαι.
Τι ελπίζετε από την πρεμιέρα; Ποιο συναίσθημα θα θέλατε να πάρει μαζί του το κοινό φεύγοντας από την αίθουσα;
Anita Doron: Η ελπίδα μου είναι ότι το κοινό, οι άνθρωποι που θα είναι αρκετά γενναιόδωροι για να έρθουν, θα μπορέσει να αποσυνδεθεί για λίγο από την πραγματικότητα της ζωής του και να αφιερώσει αυτή τη μιάμιση ώρα στη Maya και τη Samar, στους ανθρώπους που τους παρουσιάζουμε. Να βυθιστούν στην ιστορία τους, να την αισθανθούν, να τους γνωρίσουν πραγματικά. Να γνωρίσουν έναν άλλο άνθρωπο, μια άλλη ζωή. Και ίσως, μετά την προβολή, να νιώσουν λιγότερο αποκομμένοι, να νιώσουν συνδεδεμένοι με κάποιον σαν τη Samar ή τη Maya. Ελπίζω αυτή η ιστορία να μείνει μέσα τους, να ζει μέσα τους λίγο ακόμα, και μετά το τέλος της ταινίας.
Τι θα πάρετε μαζί σας από την παραμονή σας στην Ελλάδα, από τα γυρίσματα και από την πρεμιέρα; Και φυσικά τι κρατάτε από την ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης;
Anita Doron: Πρώτα απ’ όλα, λάτρεψα την ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ. Νιώθεις ότι είναι ένα Φεστιβάλ για τους ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά το σινεμά, χωρίς επιτήδευση, χωρίς ιεραρχίες ή επιδείξεις. Είναι απλώς: «Να η ταινία, να κι εμείς, ας τη ζήσουμε μαζί.». Τη δείχνουμε, τη μοιραζόμαστε, την αφουγκραζόμαστε. Και αυτό για μένα είναι ό,τι πιο όμορφο. Έτσι πρέπει να είναι ένα φεστιβάλ, αληθινό, ανθρώπινο, ανεπιτήδευτο, αλλά ειλικρινές. Όσο για την Ελλάδα… Η Ελλάδα είναι η πρώτη δυτική χώρα που γνώρισα. Μεγάλωσα στην Ουκρανία και, παιδί ακόμη, η πρώτη μου επαφή με τον δυτικό κόσμο ήταν εδώ. Αγαπώ να επιστρέφω και να βλέπω πόσο ζωντανή, πολύχρωμη και ανθρώπινα χαοτική παραμένει. Και νομίζω πως αυτό είναι κάτι που χρειαζόμαστε, να αποδεχόμαστε ότι είμαστε χαοτικά, περίπλοκα όντα, και ότι μέσα σε αυτό το χάος υπάρχει ομορφιά. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Και η Ελλάδα το ενσαρκώνει αυτό με τον πιο υπέροχο τρόπο.
Amanda Babaei Vieira: Θα πάρω μαζί μου για πάντα τη φράση “iyamas ki oi batsoi makriamas”! Που σημαίνει «στην υγειά μας και οι μπάτσοι μακριά μας» (γέλια). Ναι, αυτό θα πάρω: ένα «στην υγειά μας» γεμάτο χαρά και ευγνωμοσύνη.

H ταινία είναι σε συμπαραγωγή των Serendipity Point Films, January Media, Distant Horizon και Filmiki Productions
