Είναι σκοτάδι. Η πόλη ανάμεσα στη θάλασσα και το βουνό δεν έχει φως συλλογικό. Έχει μονάχα φως μικρό, μέσα από παράθυρα σπιτιών. Ο τρόμος της νέας πανδημίας έχει σκεπάσει τα ήθη και τα έθιμα. Επικρατεί ήρεμο χάος και πάγωμα του χρόνου. Μία μετά την άλλη, οι συνήθειες των ανθρώπων εξαφανίζονται.

Είναι σκοτάδι και είναι βράδυ. Τούτο το Σάββατο μοιάζει σαν όλα τ’ άλλα. Αλλά δεν είναι. Η νύχτα είναι γλυκιά αλλά η σιωπή κοφτερή. Δύο αγόρια διψούν να αναστηθούν. Το ένα ακόμα περισσότερο. Με όση φαντασία διαθέτουν, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, αποφασίζουν (μαζί) να ξεχυθούν στους άδειους δρόμους για να ψάξουν το ιερό, το φαντασιακό, το εορτινό. Περπατούν στα σοκάκια και μιλούν ψιθυριστά με μια γλυκιά μανία. Ακούγεται όμως σα βοή Θεού στην όλη ακινησία. Ο λόγος τους ενάντια στο νόμο. Το πείσμα ενάντια σε κάθε λογική. Πλησιάζουν τον ιερό ναό της πόλης. Στητός, συμβολικός, με πόρτες κλειστές και αναμνήσεις μεγάλες, με προαύλιο άδειο σαν το τέλος ενός κόσμου που όλοι ζήσαμε μαζί.

Έτοιμοι να συνεχίσουν, ο ένας σταματά. «Άκου», λέει ξαφνικά, «ακούς τη μουσική;». «Δεν ακούω τίποτα, μήπως εσύ είσαι η ίδια η μουσική;». Πλησιάζουν γρήγορα στην είσοδο και στέκονται έξω από την ξύλινη πόρτα. «Όχι, κοίτα», λέει ο πρώτος, «γίνεται μέσα τελετή!».

Τα δύο αγόρια, με μάτια περίεργα και ψυχή ονείρου, κολλούν το πρόσωπο στο τζάμι και έκπληκτοι συναντούν ένα μικρό, πραγματικό θαύμα. Μια μουσική εντός τοίχων έρχεται σιωπηλά προς τα έξω, σα να φτιάχτηκε μόνο γι’ αυτούς που τη ζητούν. Άνθρωποι ντυμένοι στα μαύρα, με κινήσεις κυκλικές και φωνές ζεστές, ευλαβικές, αναστένουν με ψαλμούς ένα σύμβολο ιερό. Και μέσα στα μεσάνυχτα και την απόλυτη σιωπή, την ώρα που η πίστη γίνεται άκρως κομβική, καμπάνες χτυπάνε δυνατά. Και το προαύλιο γεμίζει με αόρατη χαρά. Και τα αγόρια μένουνε για ώρες, μήνες, χρόνια, ακριβώς εκεί, μέχρι να σβήσει από μέσα τους αυτή η ζεστή, μοιραία μουσική.