Πώς από τα κακόφημα κέντρα και τα καπηλειά ο Μπραμς έφτασε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στη λόγια μουσική παράδοση; Οι ταλαντούχοι ερμηνευτές της Συμφωνικής Ορχήστρας του Γέιλ στο πλαίσιο της ελληνικής περιοδείας τους αποβιβάζονται στο Μέγαρο Μουσικής (20 Μαρτίου) ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων τη μεγαλειώδη Τέταρτη Συμφωνία του Γ. Μπραμς υπό τον πολυβραβευμένο Ουίλλιαμ Μπάουτον. Με αυτή την αφορμή κάνουμε ένα οδοιπορικό στη ζωή και το έργο του τελευταίου ρομαντικού συνθέτη. Ρίχνουμε φως στον άνθρωπο πίσω αλλά και πέρα από την πιο βαθυστόχαστη δημιουργία του.
Αυστηρός, κι όμως ρομαντικός
Ιδιοφυής, αλλά ταπεινός. Παθιασμένος, αλλά πειθαρχημένος. Ρομαντικός, αλλά αυστηρός. Φιλάνθρωπος αλλά απότομος. Ο Γιοχάνες Μπραμς ήταν γεμάτος αντιθέσεις. Όπως κι η μουσική του που ισορροπούσε ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία.
Το χιούμορ του ήταν καυστικό, γινόταν ειρωνικός σχεδόν σαρκαστικός. Όταν του ζητούσαν να φωτογραφηθεί, απαντούσε: «Θέλετε το καλό μου προφίλ ή το λιγότερο κακό;». Στις παρτιτούρες του, έγραφε πειραχτικά σχόλια απευθυνόμενος στους μουσικούς που θα τις ερμήνευαν: «Αν μπορείς να το παίξεις, σε κερνάω μπύρα!». Έδειχνε σκληρός, αλλά όσοι τον γνώριζαν ήξεραν ότι πίσω από την επιφανειακή αυστηρότητα κρυβόταν ένας άνθρωπος τρυφερός, γεμάτος αφοσίωση στους φίλους και τους μαθητές του.
Η καλή μέρα – δεν – φαίνεται από το πρωί
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όμως. Ας μπούμε στο πατρικό του. Στα ρούχα που φορούσε. Στις συνθήκες που διαμόρφωσαν τον συνθέτη ο οποίος υπήρξε ένας από τους πιο χαρισματικούς πιανίστες της εποχής του. Ποιος ήταν αλήθεια ο Γιοχάνες Μπραμς, ο οποίος το 1885, στα 52 του χρόνια, παρέδωσε την μεγαλειώδη Τέταρτη Συμφωνία του σε Μι ελάσσονα; Που θα ερμηνεύσει η γεμάτη παλμό Ορχήστρα Νέων του Γέιλ στο πλαίσιο της περιοδείας της σε τέσσερις ελληνικές πόλεις με κορύφωση το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 13 και Αθήνας στις 20 Μαρτίου- υπό τον έμπειρο Ουίλλιαμ Μπάουτον;
Γεννημένος στο Αμβούργο της Γερμανίας το 1833, ο Μπραμς μεγάλωσε σε μια φτωχή οικογένεια στη συνοικία Gängeviertel του Αμβούργου. Ο πατέρας του, Γιόχαν Γιάκομπ Μπραμς, ήταν μουσικός που έπαιζε διάφορα όργανα, όπως κόρνο και κοντραμπάσο, σε καφέ, χορευτικές αίθουσες και στρατιωτικές μπάντες. Η μητέρα του, Γιοχάννα, ήταν ράφτρα και μεγαλύτερη σε ηλικία από τον πατέρα του, κάτι που αγαπούσε να σχολιάζει ο κοινωνικός τους περίγυρος.
Από μικρός, ο Μπραμς εντυπωσίασε με την κλίση του στη μουσική κι ιδιαίτερα με το ταλέντο του στο πιάνο. Οι συνθήκες όμως μέσα στις οποίες μεγάλωνε δεν επέτρεπαν να αφιερωθεί στη μελέτη. Για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του, έπαιζε πιάνο σε καπηλειά, ταβέρνες και οίκους ανοχής. Αυτές οι εμπειρίες σε ένα σκληρό περιβάλλον γεμάτο αλκοόλ και παρακμή σε τόσο τρυφερή ηλικία, φαίνεται πως διαμόρφωσαν την ανθεκτική του προσωπικότητα. Αργότερα, ο Μπραμς απέφευγε να μιλά γι’ αυτή την περίοδο, ίσως λόγω της ντροπής που ένιωθε για το δύσκολο ξεκίνημά του.
Περπατώντας έρχεται η έμπνευση
Ο Μπραμς είχε μια ρουτίνα σχεδόν εμμονική: περπατούσε κάθε πρωί, την ίδια ώρα, ακολουθώντας τις ίδιες διαδρομές. Λέγεται, ότι οι κάτοικοι της Βιέννης ήξεραν από πού θα περνούσε και πότε. Τα καλοκαίρια, που παραθέριζε στο εξοχικό που διατηρούσε στο Bad Ischl, χανόταν με τις ώρες στα βουνά, κρατώντας σημειωματάριο όπου κατέγραφε τις μουσικές του ιδέες.
Το περπάτημα ήταν ο τρόπος του να σκέφτεται μουσικά. Ήταν η στιγμή της συγκέντρωσης, της απομόνωσής του, μακριά από τη φήμη που είχε φέρει η επιτυχία, τις κοινωνικές υποχρεώσεις και πιέσεις. Δεν ήταν άλλωστε άνθρωπος των κοσμικών δεξιώσεων, γι’ αυτό κι απέφευγε τα μεγάλα σαλόνια.
Φλερτ, αλλά χωρίς δεσμεύσεις
Ο Μπραμς δεν παντρεύτηκε ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αδιαφορούσε για το αντίθετο φύλο. Του άρεσε το φλερτ, ενώ ήταν γνωστή η αδυναμία που έτρεφε για τις νεαρές τραγουδίστριες και πιανίστριες, όπως η Elisabeth von Herzogenberg. Το καλοκαίρι του 1858, παραλίγο να κάνει το μεγάλο βήμα, ανταλλάσσοντας δαχτυλίδια με την 23χρονη τραγουδίστρια Agathe von Siebold. Ο αρραβώνας έληξε άδοξα έναν χρόνο αργότερα. Φαίνεται πως η μουσική ήταν η μοναδική αληθινή του δέσμευση.
Η μεγαλύτερη αλλά και πιο αινιγματική σχέση της ζωής του ήταν με την επίσης σπουδαία πιανίστρια Κλάρα Σούμαν. Ήταν μόνο φίλοι; Συνεργάτες; Κάτι παραπάνω; Η αλληλογραφία τους δείχνει μια από τις βαθύτερες σχέσεις στην ιστορία της μουσικής. Ο Μπραμς τη λάτρευε. Όταν ο μέντορας και φίλος του Ρόμπερτ Σούμαν πέθανε, στάθηκε δίπλα της, σαν μέλος της οικογένειάς της.
Το αν η σχέση τους ξεπέρασε τη φιλία, κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά. Το βέβαιο είναι ότι η αφοσίωση του Μπραμς στην Κλάρα ήταν απόλυτη. Όταν εκείνη έφυγε από την ζωή εκείνος κατέρρευσε. Ένα χρόνο μετά πέθανε.
Αντίπαλος αλλά και κρυφός θαυμαστής
Στη μουσική της εποχής, υπήρχαν δύο στρατόπεδα: η προγραμματική μουσική (με ηγέτες τον Βάγκνερ και τον Λιστ) και η «καθαρή μουσική», που υπερασπιζόταν ο Μπραμς.
Ο ίδιος έλεγε πως η μουσική δεν χρειάζεται λόγια ή ιστορίες για να συγκινήσει. Όμως, πίσω από τις απόλυτες δηλώσεις, τα όρια θόλωναν. Λέγεται μάλιστα ότι είχε παρακολουθήσει κρυφά παραστάσεις του Βάγκνερ. Θαύμαζε την ορχηστρική του γραφή, τον τρόπο που ο Βάγκνερ ανέπτυσσε το ηχόχρωμα της ορχήστρας, αλλά και την συναισθηματική ένταση των έργων του.
Το ίδιο ίσχυε και στο άλλο στρατόπεδο της «Μάχης». Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Λιστ είχε εκφραστεί με ενθουσιασμό για το πιανιστικό ταλέντο του νεοεμφανιζόμενου Μπραμς. Αποδεικνύοντας ότι μεταξύ ταλαντούχων μουσικών, ο καθένας από τους οποίους έχει γράψει τις δικές του συναρπαστικές σελίδες στην ιστορία της μουσικής, δεν υπήρξε, ούτε και ποτέ θα υπάρξει άσπρο-μαύρο.
Τόσο τελειομανής που… κατέστρεφε τα έργα του
Ο Μπραμς δεν συγχωρούσε στον εαυτό του καμία ατέλεια. Έσκιζε, πέταγε και ξαναέγραφε. Είναι πραγματικά άγνωστο πόσα έργα του καταστράφηκαν πριν τους επιτρέψει να εκτελεστούν παρουσία κοινού και να δουν το φως της δημοσιότητας.
Οι ιστορίες πίσω από τη δημιουργία της Πρώτης Συμφωνίας σε ντο ελάσσονα, έχουν αποκτήσει ανεκδοτολογικό χαρακτήρα περιγράφοντας όχι μόνο την τελειομανία αλλά τον τρόπο με τον οποίο βασάνιζε τον εαυτό του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, χρειάστηκε περίπου 20 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ήθελε βλέπετε να είναι αντάξιο της παρακαταθήκης του μέγιστου Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο οποίος αποτελούσε για τον Μπραμς πρότυπο. Ο σεβασμός προς αυτόν αποτυπώνεται και στη φράση – απόσταγμα της απελπισίας του: «Είναι αδύνατο για οποιονδήποτε να γράψει μια συμφωνία μετά τον Μπετόβεν».
Όταν τελικά στις 4 Νοεμβρίου του 1876 την παρουσίασε στο Φράιμπουργκ υπό τη διεύθυνση του Φέλιξ Οττο Ντέσσοφ, ορισμένοι κακεντρεχείς την αποκάλεσαν «Η Δέκατη Συμφωνία του Μπετόβεν». Όμως… άλλο ο θαυμασμός κι άλλο να θεωρείσαι κακέκτυπο. Για ευνόητους λόγους, ο Μπραμς δεν χάρηκε διόλου με αυτή την ειρωνική κριτική. Σήμερα πάντως, παρά τις ανάμεικτες αντιδράσεις, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες του συμφωνικού ρεπερτορίου.
Η Τέταρτη Συμφωνία: Ένα έργο χωρίς παραχωρήσεις
Το 1885, στα 52 του χρόνια, παρουσίασε την Τέταρτη Συμφωνία, που θεωρείται ως το πιο βαθυστόχαστο και πολύπλοκο συμφωνικό του έργο. Γραμμένη σε μι ελάσσονα, αποτελείται από τέσσερα μέρη, καθένα από τα οποία αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία του Μπραμς στη μορφή και το συναίσθημα. Ήξερε ότι δεν ήταν εύκολη. Ότι δεν θα την αγαπούσαν όλοι.
Σε επιστολές του αστειευόταν: «Σε αυτά τα μέρη οι φράουλες δεν ωριμάζουν…». Η συμφωνία του ήταν απαιτητική, δεν έκανε εκπτώσεις.
Το φινάλε, (Allegro energico e passionato), είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό μέρος της συμφωνίας, δομημένο ως πασσακάλια πάνω σε μια επαναλαμβανόμενη μπάσα γραμμή. Εμπνευσμένος από τον Γ.Σ. Μπαχ, ο Μπραμς αναπτύσσει 30 παραλλαγές, συνδυάζοντας αυστηρή δομή και ρομαντική εκφραστικότητα, φτάνοντας σε μια επιβλητική κορύφωση.
Η Τέταρτη συμφωνία είναι αυστηρή αλλά κι απόλυτα πειθαρχημένη – όπως ο ίδιος ο Μπραμς που με την Τέταρτη είπε την τελευταία του λέξη πριν σιωπήσει – συμφωνικά. Η μουσική του δεν ήταν ποτέ εύκολη. Δεν ήθελε να εντυπωσιάσει, ούτε έγραφε για να συγκινήσει. Αλλά για να αντέξει.
Η Τέταρτη Συμφωνία δεν ήταν το τέλος. Ήταν η σφραγίδα του. Τα επόμενα 12 χρόνια θα συνέθετε μουσική δωματίου, έργα για πιάνο και χορωδιακή μουσική. Συνέχισε να περπατά και να βοηθά νέους μουσικούς – πάντα διακριτικά.
Όταν στις 20 Μαΐου του 1896 η 76χρονη τότε Κλάρα Σούμαν πέθανε στη Φρανκφούρτη, η απελπισία του ήταν μεγάλη. Στις 3 Απριλίου 1897, 11 μήνες μετά, στη Βιέννη, ο Γιοχάνες Μπραμς φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών ίσως γιατί ένοιωσε ότι έχασε τη μεγαλύτερη σταθερά της ζωής του.
Σήμερα, τα έργα του παραμένουν ισχυρά, διαχρονικά, αξεπέραστα. Ο Μπραμς δεν κολάκευε κανέναν. Ήταν φτιαγμένος με τα υλικά της αλήθειας η οποία σε κατακλύζει. Όπως η μουσική του.
INFO
Η Συμφωνική Ορχήστρα του Γέιλ περιοδεύει στην Ελλάδα




