Δεν θα έπρεπε ίσως να συμβαίνει έτσι (και στις αυστηρά ειδησεογραφικές – δημοσιογραφικές καταγραφές δεν συμβαίνει έτσι), αλλά όλοι ξέρουμε πια πως κάθε άγγελμα θανάτου «επωνύμου» λειτουργεί ως μια ακόμα αφορμή για να μιλήσουμε για τον εαυτό μας. Από την άλλη, μπορεί να μην είναι μονοδιάστατα προβληματικό αυτό, καθώς, ειδικά όταν μιλάμε για καλλιτέχνες, το πόσο συνδεθήκαμε με το έργο τους δεν το λες και δευτερεύον. Δηλαδή για αυτό υποτίθεται έκαναν ό,τι έκαναν, όχι για να παρατίθενται οι τίτλοι τους στο βιογραφικό τους και τις νεκρολογίες τους, αλλά για να προξενούν κάτι στην καρδιά και στο μυαλό των ανθρώπων.
«Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» τραγουδούσε κάποτε με σκωπτικό τσάκισμα στη φωνή του ο Τζίμης Πανούσης, εγώ όμως από μικρός είχα αγαπήσει έναν άλλον Ράινερ, τον Ρομπ, έναν σκηνοθέτη που δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν θεωρούνταν και τόσο πολύ σημαντικός, εντάξει, ίσως όχι συγκρινόμενος με auteurs του παγκόσμιου κινηματογράφου, αλλά έστω στo πλαίσιo του κλασικού αφηγηματικού αμερικάνικου σινεμά.

Για πάρα πολλά χρόνια επίσης ζούσα σε μια ψευδαίσθηση, θεωρώντας ότι το “Stand By Me” ήταν ειδικά για μένα κάτι πάρα πολύ περισσότερο από μια ταινία. Όχι όμως. Δεν ισχύει. Το «Στάσου Πλάι Μου» λατρεύεται. Kαι πώς να μην; Αντιγράφω από το σχετικό πόντκαστ που είχαμε κάνει πριν μερικά χρόνια:
«Ο γεννημένος το 1947 Ρομπ Ράινερ κάνει αρχικά καριέρα ηθοποιού. Έπαιζε στο θρυλικό στις ΗΠΑ σίριαλ “All in the Family” και είχε βραβευτεί για την ερμηνεία του. Γιος του διάσημου ηθοποιού και σκηνοθέτη και σεναριογράφου Καρλ Ράινερ, είχε και ο ίδιος τεράστια θέματα με τον πατέρα του, που περνάνε και στο “Stand By Me” και σε άλλες ταινίες της φιλμογραφίας του.
Το 1984 φτιάχνει το απολαυστικό mockumentary “Τhis is Spinal Tap”, το ‘85 την νεανική κομεντί “The Sure Thing”, το 86 το “Stand By Me”, το ‘87 το επίσης υπέροχο “The Princess Bride” σε σενάριο Γουίλιαμ Γκόλντμαν («Οι Δυο Ληστές», «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», “Μarathon Man”), το ΄89 το εμβληματικό «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι» σε σενάριο της Νόρα Έφρον, το ‘90 το “Μisery” πάλι πάνω σε έργο του Στίβεν Κινγκ (όπως το ¨Stand By Me”) και το ‘92 το “A Few Good Men”σε σενάριο του Άαρον Σόρκιν πάνω στο θεατρικό του. Αργότερα και η Έφρον και ο Σόρκιν πέρασαν πίσω από την κάμερα, θεωρώντας ότι μπορούν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά από τον ίδιο, αλλά δεν είχαν δίκιο. Κάπου εκεί όμως τελειώνει απότομα η μεγάλη ορμή του Ράινερ, που δεν ξέρω πώς θα τον καταγράψει η κινηματογραφική ιστορία, αλλά τρεις – τέσσερις απ’ τις επτά αυτές ταινίες που γύρισε από τα 37 ως τα 45 του θα είναι πάντα σημεία αναφοράς στο είδος τους».
Ο Ρομπ Ράινερ λοιπόν και οι σχέσεις πατεράδων – γιων. Ο πατέρας του πιτσιρικά στο «Στάσου Πλάι μου» τον έχει εντελώς γραμμένο και δίνει όλη την αγάπη του και το ενδιαφέρον του στον μεγάλο αδελφό του. Όταν δε ο μεγάλος αδελφός πεθαίνει, ο μικρός γίνεται ακόμα πιο αόρατος. Κάτι χειρότερο από αόρατος. Οι γονείς του τον κάνουν να αισθάνεται ότι θα προτιμούσαν να είχε πεθάνει εκείνος στη θέση του. Στο “Τhe Orincess Bride” ο Ινίγκο Μοντόγια το παίρνει ανάποδα: “My name is Inigo Modoya. You killed my father, prepare to die”. Το “North” έχει ως κεντρικό θέμα την αναζήτηση πατέρα. Στο “Α Few Good Men” ο Τομ Κρουζ τα πίνει ψιλοαπελπισμένος. Είναι δικηγόρος και είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα χάσει την πρώτη του μεγάλη δίκη ανθρωποκτονίας. Ο πατέρας του ήταν ένας νομικός γίγαντας. Ο συνεργάτης του δικηγόρος προσπαθεί να τον εμψυχώσει, λέγοντάς του ότι τα πήγε εξαιρετικά στο δικαστήριο και ότι ο πατέρας του θα ήταν περήφανος για εκείνον. Τότε ο Κρουζ, σκνίπα, του απαντά ότι φαντάζεται πως ο πατέρας του συνεργάτη, ένας συνηθισμένος άνθρωπος με ένα συνηθισμένο επάγγελμα και μέτρια καριέρα, θα ήταν πάρα πολύ περήφανος, όταν ο γιος του πρωτοαγόρευσε σε δικαστήριο. “He made an argument” θα έλεγε σε όλη τη γειτονιά. Ο δικός του πατρικός πήχης όμως ήταν πάρα πολύ ψηλά.

Σταμάτησα στην πορεία να παρακολουθώ τον Ράινερ, οι ταινίες του άρχισαν να περνούν σχετικά απαρατήρητες, ίσως να συνέχισε να ασχολείται με προβληματικές σχέσεις πατεράδων και γιων, σαν εκείνη που είχε με τον δικό του. Δεν ήξερα ας πούμε ότι είχε κάνει το 2015 το “Being Charlie”, το σενάριο του οποίου συνυπογράφει ο δικός του γιος και το οποίο βασίζεται και σε εμπειρίες του δικού του γιου ως τοξικοεξαρτημένου. Τώρα ο ίδιος αυτός γιος φέρεται ως πιθανός δράστης της διπλής δολοφονίας του πατέρα του και της μητέρας του, του Ρομπ Ράινερ και της συζύγου του. Έχει τον τρόπο του το τραύμα να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και να παίρνει ενίοτε τις πιο τραγικές διαστάσεις.
Να κλείσω το κείμενο εδώ; Δεν μπορώ να το κλείσω με έναν γιο να μαχαιρώνει τους γονείς του. Δεν θέλω. Θα κλείσω ξανά τα μάτια στη ζωή και θα δω σινεμά. Τέσσερα δωδεκάχρονα αγόρια περπατάνε στις γραμμές του τρένου. Το καλοκαίρι τελειώνει, τα σχολεία θα ξανανοίξουν, θα σκορπιστούν στα γυμνάσια, αλλά τουλάχιστον εκείνες τις ώρες ήξεραν ακριβώς ποιοι είναι και ήξεραν ακριβώς πού πήγαιναν. Όταν βρεθούν μαζί καλοκαίρια και παιδιά και εξοχή και όταν μια καλοκαιρινή μέρα είναι μόνα τους τα παιδιά στη φύση, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι άλλο από Εδέμ, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι άλλο από πλήρωση, δεν υπάρχει κάτι άλλο από κατάλυση του χρόνου, ο χρόνος θα επανέρχεται διαρκώς στη μέρα που ο Γκόρντι, ο Κρις, ο Τέντι και ο Βερν ολομόναχοι στην πλάση θα πηγαίνουν να ανακαλύψουν ένα πτώμα, να δουν κατάματα, τη φυσικότητά του, το αμετάκλητό του.
Κι ύστερα από τη φύση στη μεγαλούπολη κι από το καλοκαίρι στο βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς. Ο χρόνος αλλάζει κι ο Χάρι τρέχει σαν τρελός. Μπορούν οι άντρες κι οι γυναίκες να είναι φίλοι; Πριν; Μετά; Κατά τη διάρκεια; Σε αντίθεση με τη ζωή και τις πατροκτονίες της, το σινεμά μπορεί να μας παρηγορεί επιφυλάσσοντάς μας χάπι εντ.

