Στη Μίτση της Γεύης Δημητρακοπούλου, η ενηλικίωση δεν έρχεται με τούρτα γενεθλίων αλλά με ένα χαστούκι: ένα παλιό έθιμο που «καλωσορίζει» την πρώτη περίοδο. Το 13χρονο αγοροκόριτσο του φιλμ στέκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους-στο πριν και στο μετά-εκεί όπου το σώμα γίνεται πεδίο επιβολής. «Ήθελα να μιλήσω για ένα αγοροκόριτσο που δεν θέλει να “γίνει γυναίκα”», λέει η σκηνοθέτρια.
Η ταινία, που ξεχώρισε για τη λιτή της δύναμη και τη σωματική της ειλικρίνεια, απέσπασε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας για τη Φίλια Παπαγγελίδη τόσο στο 48ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας όσο και στις Νύχτες Πρεμιέρας, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά, άμεση επίδρασή της στο κοινό.
Η ιδέα της Μίτσης γεννήθηκε από ένα κενό. «Ήθελα να κάνω αυτό που εγώ δεν είχα δει», λέει η Γεύη Δημητρακοπούλου. Ένα αγοροκόριτσο που δεν θέλει να “γίνει γυναίκα”, μια ιστορία που εκτός από το δράμα της ταυτότητας, κάνει σχόλιο για τη σύγχυση, τον θυμό, τη σιωπή που χωράει «ανάμεσα στα δύο φύλα και πέρα από αυτά/πέρα από το δίπολο γιατί δεν υπάρχουν δύο φύλα και κάπως και η ταινία αυτό ίσως λέει, γιατί δεν είναι πως θέλει να είναι αγόρι, δεν θέλει να είναι τίποτα». Από εκεί ξεκινά ο σπόρος. Κι ύστερα έρχεται το έθιμο, το χαστούκι που δεχόταν η κόρη από τη μητέρα ή τη γιαγιά όταν ερχόταν η πρώτη περίοδος. Ένα χαστούκι-ευχή, «για να αντέχεις τον πόνο τώρα που έγινες γυναίκα».
Η σκηνοθέτρια το μετατρέπει σε συμβολισμό μιας κοινωνίας που καλωσορίζει τη θηλυκότητα μέσα από τη βία. «Ήθελα να μιλήσω για ένα αγοροκόριτσο που δεν θέλει να “γίνει γυναίκα”. Δεν είχα δει αυτή την ιστορία όπως εγώ θα ήθελα. Το έθιμο του χαστουκιού το ήξερα από τη μητέρα μου και αυτό έγινε αφορμή να σκεφτώ το “καλωσόρισμα” στη θηλυκότητα μέσα από μια μορφή βίας. Δεν ήθελα όμως “το δράμα της ταυτότητας φύλου”. Ήθελα μια ιστορία για το σώμα, τη σιωπή και τη μετάβαση».
Μα εκεί που θα περίμενες ρεαλισμό, εμφανίζεται κάτι άλλο: η μαγεία. Μια δύναμη σκοτεινή και τρυφερή μαζί, που ξεγλιστρά ανάμεσα στους ανθρώπους και στα αντικείμενα, σαν εκδίκηση. Η «Μίτση» δεν φοβάται το σκοτάδι. Αντίθετα, το φωτίζει εκ των έσω, με εκείνο το σχεδόν γοτθικό στοιχείο που περνά σαν υπόγειο ρεύμα σε όλη την ταινία. «Με ενδιαφέρουν οι μάγισσες. Μου αρέσουν οι μαγείες και οι ενέργειες», λέει η Γεύη Δημητρακοπούλου. «Σαν γυναικείο πρόσωπο, σαν μια κατάσταση για την οποία οι γυναίκες κατηγορήθηκαν. Οι γυναίκες που κάηκαν ως μάγισσες, εγώ θέλω να τους δώσω τη δύναμη ξανά και ξανά μέσα από μια ταινία. Γι’ αυτό υπάρχει και η φωτιά.»

Η μαγεία εδώ δεν είναι το υπερφυσικό αλλά η μεταβίβαση της γυναικείας δύναμης μέσα από τον πόνο, την αποσιώπηση, τη σιωπή. Ένα αόρατο νήμα που ενώνει το σώμα του κοριτσιού με τα σώματα εκείνων των γυναικών που κατηγορήθηκαν επειδή ήξεραν ή αισθάνονταν «παραπάνω». Έτσι, το στοιχείο της μαγείας λειτουργεί σαν μια εσωτερική επανόρθωση: ένας τρόπος να επιστρέψει η φωνή στις γυναίκες που στερήθηκαν και τα δύο. Η μαγεία στη Μίτση δεν είναι φαντασία, είναι ο τρόπος που οι γυναίκες επιβίωσαν μέσα στον χρόνο. Είναι το βλέμμα της γιαγιάς που αναπαράγει τη βία χωρίς να το ξέρει, το κορίτσι που αρνείται να υποταχθεί. Γραμμένη στην Ελλάδα της συζήτησης για τη βία κατά των γυναικών, η «Μίτση» συνδέει την «τελετή» με ένα κοινωνικό υπόστρωμα που επιβιώνει στη σιωπή. «Με ενδιαφέρει η αγάπη που εκφράζεται με λάθος γλώσσα», σημειώνει για τη γιαγιά-φορέα της παράδοσης.
Μια ταινία αντανάκλαση σε εκείνους που μεγάλωσαν «εκτός κάδρου»
Η Μίτση δεν είναι μια ιστορία για ταυτότητες, αλλά για την ελευθερία της έκφρασης, για εκείνα τα παιδιά που, μεγαλώνοντας, δεν χωρούν σε όσα τους έχουν πει ότι «πρέπει να είναι». «Εγώ δε μπορώ να ορίσω την έκφραση φύλου», λέει η Γεύη Δημητρακοπούλου. «Μπορώ μόνο να σου πω τι άκουγα ως παιδί που ήμουν αγοροκόριτσο:“Γιατί ντύνεσαι έτσι; Πότε θα αρχίσεις να μοιάζεις περισσότερο με κοριτσάκι; Γιατί πας να παίξεις μπάλα;”».
Για εκείνη, το αγοροκόριτσο δεν είναι μια στυλιστική επιλογή, ούτε μια ανδρική προέκταση. Είναι μια επιθυμία για ζωή έξω από τα στερεότυπα, μια άρνηση να συμμορφωθείς με τους ρόλους που σου αποδίδουν. «Στις μέρες μου, τα κορίτσια των 13 δεν είναι πια έτσι όπως ήμασταν εμείς. Αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως τα τραύματα και οι ελλείψεις δεν είναι κακό να έρχονται ετεροχρονισμένα», λέει.
Η ταινία, παρά την εφηβική της ηρωίδα, δεν αφορά τα παιδιά. Μιλά σε εκείνους που κάποτε υπήρξαν παιδιά και δεν βρήκαν τον εαυτό τους στις εικόνες της οθόνης. «Περισσότερο με αφορά να τη δει κάποιος μεγάλος που δεν είχε τότε μια τέτοια ταινία. Είναι άχρονη. Δεν έχει στοιχεία εποχής, τεχνολογικά ή πολιτισμικά, γιατί θέλω να μπορεί ο καθένας να τη βάλει μέσα στο δικό του παρελθόν.» Η Μίτση, έτσι, δεν είναι μια ιστορία για το φύλο, αλλά για τη στιγμή που ένα παιδί αντιλαμβάνεται τη διαφορά και επιλέγει να σταθεί εκεί, χωρίς να την αρνηθεί αλλά και χωρίς να την εξημερώσει.


Η ίδια η σκηνοθέτρια αποφεύγει να χαρακτηρίσει την ταινία ως κουήρ ή φεμινιστική, όχι από άρνηση, αλλά από ανάγκη να επαναπροσδιορίσει τους όρους. «Μου έκανε εντύπωση», λέει, «πως λέμε “κουήρ ταινία” μόνο όταν υπάρχει κάτι ερωτικό ή σεξουαλικό. Ενώ το κουήρ είναι τρόπος ύπαρξης έξω από το κανονικό· μια απόκλιση από αυτό που σου επιβάλλουν».
Για τη Δημητρακοπούλου, λοιπόν, η «Μίτση» είναι κουήρ με τον πιο ουσιαστικό τρόπο: γιατί αφηγείται την προσπάθεια ενός κοριτσιού να κρατήσει τη δική του μορφή, χωρίς να εξηγηθεί, χωρίς να συμμορφωθεί, χωρίς να ζητήσει συγγνώμη. Γίνεται μια ταινία-αντανάκλαση για το παιδί που συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας· εκείνο που κάποτε αρνήθηκε να φορέσει όσα του ταίριαζαν «καλύτερα».
Ο τόπος, τα σώματα και ο χρόνος της ταινίας
Η Μίτση γυρίστηκε μέσα σε πέντε ημέρες, στη Σπιάτζα, έναν μικρό οικισμό πάνω στην αμμουδιά του Πύργου Ηλείας. Εκεί όπου, εδώ και δεκαετίες, άνθρωποι έχτισαν τα εξοχικά τους κυριολεκτικά πάνω στο κύμα. Για τη Γεύη Δημητρακοπούλου, η Σπιάτζα είναι κάτι περισσότερο από το σκηνικό της ταινίας. Είναι το τοπίο της παιδικής της ελευθερίας.
«Όλα μου τα καλοκαίρια τα περνούσα εκεί, μέχρι τα δεκαεπτά μου. Τέσσερις μήνες τον χρόνο, πάντα το ίδιο μέρος· δεν πηγαίναμε σε νησιά. Οι γονείς μου είχαν χτίσει το σπίτι μας εκεί – παράνομα τότε, όπως οι περισσότεροι. Περιμέναμε να έρθει το καλοκαίρι για να ζήσουμε όλοι μαζί, σαν κοινότητα. Ήταν η πιο ζωντανή μου μνήμη· εκεί ένιωθα ελεύθερη. Είναι ο τόπος που με έχει καθορίσει, θετικά και αρνητικά· εκεί ένιωθα πάντα ελεύθερη, εκεί καταλάβαινα τον κόσμο. Ακόμα μου είναι δύσκολο να γράφω έξω από αυτό το πλαίσιο», λέει.
Αυτός ο τόπος της παιδικής της ελευθερίας έγινε το σκηνικό αυτής της ενηλικίωσης της Μίτσης. Στη Σπιάτζα, η φθορά και η ομορφιά συνυπάρχουν, τα σπίτια γεμάτα ρωγμές, αλάτι και σκουριά, γέρνουν προς τη θάλασσα, το φως αλλάζει συνεχώς, κι εκεί η ταινία βρίσκει τον ρυθμό της αλλά και το ιδανικό σκηνικό για να αφηγηθεί την ιστορία της.
Για το κάστινγκ, καθοριστική υπήρξε η συμβολή της Σοφίας Δημοπούλου (Ready2Cast), μιας γυναίκας με βαθιά εμπειρία και ενσυναίσθηση, με την οποία η σκηνοθέτρια συνεργάστηκε στενά. «Υπάρχει εκτίμηση μεταξύ μας», λέει η Γεύη. «Το δύσκολο κομμάτι δεν ήταν οι ενήλικες, αλλά τα παιδιά· γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε πολλά παιδιά ηθοποιούς με εμπειρία. Κι όμως, εκεί κρύβεται μια μαγεία.»
Η γιαγιά, ερμηνευμένη από την Καίτη Μανωλιδάκη, φέρει μια ήρεμη δύναμη, ένα γλυκό αλλά ωμό φόβο. Είναι μια γυναίκα αγράμματη, σκληρή αλλά ανθεκτική, που μοιάζει να έχει θωρακιστεί από τον ίδιο τον τόπο – από τον αέρα, το αλάτι, τη φτώχεια και τη σιωπή. Δεν είναι η «κακή» της ιστορίας, αλλά εκείνη που μεταφέρει άθελά της το βάρος μιας παράδοσης βίας που έμαθε ως φροντίδα. Απέναντί της, η μικρή Μίτση, η Φίλια Παπαγγελίδη – ηθοποιός μόλις δεκατριών ετών – ακροβατεί ανάμεσα στη σιωπή και στην επανάσταση.
«Ήταν η πρώτη της φορά μπροστά στην κάμερα, κι όμως είχε κάτι έμφυτο, σχεδόν μαγικό. Σαν να κουβαλούσε μέσα της τη σοφία του ρόλου. Από το γέλιο στο δάκρυ σε δευτερόλεπτα. Ήταν σαν να γεννήθηκε μπροστά στην κάμερα σαν αποκάλυψη», θυμάται η Γεύη.

Ο κινηματογράφος ως πράξη επιμονής και επιβίωσης
Για τη Γεύη Δημητρακοπούλου, το να κάνεις κινηματογράφο στην Ελλάδα σήμερα είναι μια πράξη επιμονής και επιβίωσης. «Όταν βιοπορίζεσαι και κάνεις παράλληλα σινεμά, είναι πολύ δύσκολο», λέει. «Είναι δύο διαφορετικά άγχη που δεν πρέπει να μπλέκονται μεταξύ τους. Γιατί τότε δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο καλά. Χρειάζεσαι περιόδους που λες: τώρα θα δουλέψω για να μαζέψω τα χρήματα που χρειάζομαι, ώστε να μπορώ να κάτσω μετά ένα μήνα χωρίς τηλέφωνα, χωρίς πελάτες, και να αφοσιωθώ στο έργο. Θέλει χρόνο και σιωπή για να δημιουργήσεις».
Δεν το λέει με πικρία, αλλά με κατανόηση. «Πολλοί μεγάλοι σκηνοθέτες δεν είχαν πια το άγχος του βιοπορισμού, κι αυτό αλλάζει τα πάντα. Εγώ όμως ζω στις μέρες μας – και το να είσαι σκηνοθέτης σήμερα δεν είναι επάγγελμα “άλλης εποχής”. Θέλει δουλειά, χρόνο, υπομονή. Δεν μπορώ να πω: φέτος θα διαβάζω μόνο φιλοσοφία. Δεν γίνεται. Κάθε μέρα είναι μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ανάγκη και στην τέχνη.»

Παρόλα αυτά, ο κινηματογράφος παραμένει γι’ αυτήν μια αναγκαιότητα ύπαρξης. Δεν είναι απλώς το επάγγελμά της, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να παρατηρήσει, να ερμηνεύσει και τελικά να γιατρέψει. Γι’ αυτό και οι μικρού μήκους ταινίες -όπως η Μίτση– την ελκύουν περισσότερο. «Η μικρού μήκους ταινία δεν είναι πιο εύκολη· είναι πιο δύσκολη. Σε πολύ λίγο χρόνο πρέπει να μιλήσεις για μεγάλα νοήματα. Έχεις μόνο ένα γεγονός και έναν χαρακτήρα, αλλά μέσα εκεί πρέπει να χωρέσεις τον κόσμο σου.»
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η φόρμα αυτή προσφέρει και μεγαλύτερη ελευθερία: «Στις μικρού μήκους μπορείς να δείξεις κάτι αληθινά δικό σου, χωρίς να κουράσεις το κοινό. Μπορείς να πειραματιστείς, να βρεις τη γλώσσα σου, να δοκιμάσεις πού λειτουργεί το βλέμμα σου και πού όχι. Είναι μια διαδικασία εξερεύνησης.»
Μέσα από αυτή την εξερεύνηση, κάθε δημιουργός αναζητά τη δική του κινηματογραφική γλώσσα – κι αυτό, για τη Γεύη Δημητρακοπούλου, είναι το πιο ουσιαστικό. «Δεν μπορείς να κάνεις ταινίες αν απλώς υιοθετείς τη γλώσσα άλλων. Αυτό φαίνεται, δεν βγαίνει στο αποτέλεσμα. Πρέπει να βρεις πώς εσύ μπορείς να πεις κάτι με το βλέμμα σου.»
Μιλώντας όμως για την πραγματικότητα των δημιουργών, δεν ωραιοποιεί τίποτα. «Στην Ελλάδα η πολιτεία δεν ενδιαφέρεται τόσο για αυτή την τέχνη. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συνεχείς περικοπές σε χρηματοδοτήσεις που προέρχονται από τους ίδιους τους φόρους μας. Χρήματα που θα έπρεπε να επιστρέφουν στον κινηματογράφο πηγαίνουν αλλού – σε αρχαιολογικά έργα, και άλλα πεδία. Πρόσφατα είδαμε να κόβεται η χρηματοδότηση ακόμη και για θεσμούς όπως οι Νύχτες Πρεμιέρας. Και αυτό είναι ένα τεράστιο πλήγμα για όλους μας.»
Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε η πρωτοβουλία Ορατότης Μηδέν, μια συλλογική προσπάθεια κινηματογραφιστών να ακουστεί η φωνή τους. «Έχουμε συγκεντρώσει σχεδόν τρεις χιλιάδες υπογραφές», λέει. «Δεν είναι θέμα αντιπαλότητας με τους φορείς – είναι θέμα επιβίωσης. Θέλουμε να μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας.»
Η Μίτση είναι, έτσι, ένα παράδειγμα αυτού του πείσματος. Μια ταινία που έγινε κόντρα στις συνθήκες, αλλά με πίστη στη δύναμη του βλέμματος. Για την ίδια, ο κινηματογράφος είναι ακόμη μια μορφή μαγείας: «Να μπορείς να μετατρέπεις το τραύμα σε εικόνα, τη σιωπή σε φως, και να το μοιράζεσαι με τους άλλους. Αυτή είναι η ουσία για μένα κι αυτό θα συνεχίσω να κάνω, ό,τι κι αν γίνει.»
Στο τέλος, ο κινηματογράφος για εκείνη δεν είναι ούτε καριέρα ούτε βιοπορισμός· είναι ένας τρόπος να κοιτάζεις τον κόσμο αλλιώς. Να ξαναδίνεις δύναμη στις μάγισσες που κάηκαν, φωνή στα κορίτσια που σώπασαν, ζωή στα σώματα που βρήκαν τον δικό τους ρυθμό μέσα στην άμμο.
