«Η αρχιτεκτονική είναι μια υπηρεσία. Ο αρχιτέκτονας λαμβάνει ένα πρόγραμμα, έναν προϋπολογισμό, έναν τόπο και ένα χρονοδιάγραμμα. Μερικές φορές το τελικό αποτέλεσμα αγγίζει την τέχνη ή τουλάχιστον έτσι το αποκαλούν οι άνθρωποι.»
Ο Frank Gehry δεν αγαπούσε τις μεγάλες δηλώσεις, όμως αυτή η φράση του αποτυπώνει όσο λίγες τη σχέση του με την αρχιτεκτονική: μια σχέση προσφοράς και ταυτόχρονα συνεχούς αναζήτησης για κάτι που υπερβαίνει το πρακτικό. Κάτι που συναντά τον άνθρωπο εκεί όπου δεν το περιμένει.
Ο Καναδοαμερικανός αρχιτέκτονας, που έφυγε από τη ζωή στο σπίτι του στο Λος Άντζελες σε ηλικία 96 ετών, πέρασε πάνω από έξι δεκαετίες ανατρέποντας όσα θεωρούσαμε δεδομένα για το πώς μοιάζει ένα κτίριο και τι μπορεί να σημαίνει.
Η καριέρα του εκτείνεται σε πάνω από έξι δεκαετίες, με έργα σε τρεις ηπείρους και με επιρροή που έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη γενιά δημιουργών. Γεννημένος ως Frank Owen Goldberg το 1929 στο Τορόντο, μετονομάστηκε σε Gehry στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες. Από νωρίς, ο Gehry φάνηκε πως δεν θα ακολουθούσε συμβατικά μονοπάτια: σπούδασε αρχιτεκτονική στο University of Southern California και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Harvard Graduate School of Design.
Αποδόμηση και ανατροπή: Η γλώσσα του δικού του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου
Η αισθητική του Gehry ισορροπούσε κάπου ανάμεσα στο μεταμοντέρνο και στο αποδομητικό ρεύμα, αν και στον ίδιο δεν άρεσαν οι ταμπέλες. Τα έργα του διακρίνονται για τις καμπύλες επιφάνειες, τους ασύμμετρους όγκους, την ανατροπή της συμβατικής γεωμετρίας και τη χρήση μη αναμενόμενων υλικών όπως το τιτάνιο, το ανοξείδωτο ατσάλι, το φύλλο μετάλλου ή ακόμη και το χαρτόνι στα πρώτα του έπιπλα.
Το 1978, όταν μεταμόρφωσε το δικό του σπίτι στη Santa Monica σε ένα γλυπτικό, σχεδόν χαοτικό σύνολο από λαμαρίνες, γυαλί και ξύλο, προκάλεσε σοκ στην αρχιτεκτονική κοινότητα. Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά παραδείγματα πρώιμου αποδομητικού σχεδιασμού.

Ήταν από τους πρώτους αρχιτέκτονες που χρησιμοποίησαν εργαλεία ψηφιακού σχεδιασμού προσαρμοσμένα από την αεροναυπηγική βιομηχανία. Το λογισμικό CATIA, αρχικά αναπτυγμένο από τη Dassault Aviation, του επέτρεψε να αποτυπώσει τις περίπλοκες καμπύλες των σχεδίων του με ακρίβεια. Αργότερα ίδρυσε την Gehry Technologies (2002), μια εταιρεία ψηφιακής μοντελοποίησης που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται οι ομάδες σε μεγάλα έργα.
Ανάμεσα στα έργα που σημάδεψαν την εποχή του ξεχωρίζει φυσικά το Guggenheim Museum Bilbao, το κτίριο που άλλαξε την παγκόσμια αντίληψη για το τι μπορεί να είναι ένα μουσείο και μεταμόρφωσε ολόκληρη την πόλη της Χώρας των Βάσκων. Οι κριτικοί μίλησαν για «θαύμα», για «αναγέννηση», για «το πιο σημαντικό κτίριο της εποχής μας». Η επιρροή του έργου ήταν τόσο καταλυτική που γεννήθηκε ο όρος Bilbao effect: η δύναμη ενός κτιρίου να μεταμορφώσει μια ολόκληρη πόλη.
Στο Λος Άντζελες, η Walt Disney Concert Hall με τις κυματοειδείς αστραφτερές της επιφάνειες έγινε ο νέος ναός της συμφωνικής μουσικής και ένα από τα πιο αγαπημένα σημεία της πόλης. Η Fondation Louis Vuitton στο Παρίσι, ένα «πλοίο από γυαλί» μέσα στο Bois de Boulogne, έδειξε πως η αρχιτεκτονική μπορεί να συνδυάζει ριζοσπαστική τεχνολογία και ποιητική ελαφρότητα. Το Dancing House στην Πράγα, σχεδιασμένο με τον Vlado Milunić, απέδειξε ότι ο διάλογος με το ιστορικό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει σαγηνευτικά σχέδια. Στη Νέα Υόρκη, ο ουρανοξύστης New York by Gehry έφερε τις χαρακτηριστικές του πτυχώσεις σε κάθετη μορφή πάνω από το Manhattan σαν υδάτινη επιφάνεια από ατσάλι. Και στην Ακτή Αμάδορ στην είσοδο του καναλιού του Παναμά, το πολύχρωμο Biomuseo αποκάλυψε την παιχνιδιάρικη πλευρά του, θυμίζοντας ότι η αρχιτεκτονική μπορεί να γίνει ένας ύμνος στη ζωή.





Τιμήθηκε με τα σημαντικότερα βραβεία του κλάδου, όπως το Aρχιτεκτονικό Βραβείο Pritzker (1989), το Imperial Prize (1992) και το Χρυσό Μετάλλιο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής (1999) ενώ το έργο του να διδάσκεται σε σχολές αρχιτεκτονικής και επηρεάζει τόσο δημιουργούς όσο και το ευρύ κοινό.
Ο Frank Gehry εκτός από τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονήματα άφησε πίσω του έναν τρόπο να κοιτάμε τον κόσμο λίγο πιο παιχνιδιάρικα, με περισσότερη τόλμη και φαντασία.

