«Φάε, ό,τι τραβάει η ψυχή σου μέσα από τον Κήπο, μόνο τα μήλα μην αγγίξεις, τα έχω για κομπόστα και πρέπει να ωριμάσουν πάνω στο δέντρο”, είπε ο καλός Θεούλης στο δημιούργημα και καμάρι του, τον Αδάμ.
Συγκρατήθηκε εκείνος, εξάλλου δεν είχε και πολλή όρεξη, σιγά σιγά έπεφτε σε κατάθλιψη, όχι για τα απαγορευμένα μήλα αλλά γιατί ήταν μόνος.
Το κατάλαβε ο Δημιουργός, σκέφθηκε πως ‘οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον’, τι να κάνει, τι να κάνει, φτου κι απ’ την αρχή, σάλιο, χώμα, λάσπη κι έφτιαξε την Εύα με τα ίδια υλικά, την πετυχημένη συνταγή δεν την αλλάζεις, όπως και την ομάδα που κερδίζει.
Ερωτεύθηκαν με την πρώτη ματιά οι πρωτόπλαστοι, αγάπες, χαρούλες, λουλούδια, πουλάκια μελωδικά και δροσερά νερά αλλά σύντομα, πριν καν τελειώσει ο μήνας του μέλιτος, πιο περίεργο ον εκείνη και συνεχώς ανήσυχη, τον έβαλε σε πειρασμό.
«Θέλω μήλο! θέλω μήλο, μην το ρίξω!».
Πώς να της χαλούσε χατίρι που κυοφορούσε το παιδί του και η εντολή ήταν σαφής ‘αυξάνεστε και πληθύνεστε’ ;
Έκοψε ένα, το μοιράστηκαν, τίποτα σπουδαίο εδώ που τα λέμε, τι σου κάνει η διαφήμιση, παραδείσια φρούτα και κολοκύθια, πού τα φούτζι!
Φυσικά δεν άργησε να έρθει η ώρα της Θείας Δίκης.
«Γιατί έφαγες;» ρώτησε ο Δημιουργός, «η Εύα με παρέσυρε» την κάρφωσε ο Δειλός.
«Τι άντρας είσαι εσύ ρωτώ;» επέμενε ο Δημιουργός και ο Αδάμ, με το δίκιο του εδώ που τα λέμε, «Δεν έχω μέτρο σύγκρισης, ω Πατέρα και η ερώτηση δε μπορεί να απαντηθεί».
Και του εξήγησε πως ήθελε να την καλοπιάσει γιατί Εκείνος τον είχε φορτώσει με το project ‘αυξάνεστε και πληθύνεστε’ κι αυτό δεν υλοποιείται αν είναι σκοτωμένοι.
Το σκέφθηκε ο Πάνσοφος, η αλήθεια ήταν πως ο Αδάμ θα έπρεπε να κάνει υπερωρίες επί του θέματος αλλά υπήρχε και η άλλη αλήθεια πως η Εύα θα τραβιόταν με εγκυμοσύνες, ανακατωσούρες, γέννες, θηλασμούς και χίλια δυο.
«Να μάθεις τι θέλει, βρε, να βρεις τα ‘κουμπιά’ της, στο κάτω κάτω εσύ έχεις το ευχάριστο κομμάτι της υπόθεσης!», είχε προσπαθήσει να τον ξυπνήσει.
Η Εύα λοιπόν έθεσε ‘επί τάπητος’ τα ‘θέλω’ της, να συζητάνε, να νοιάζεται, να μάθει να ακούει, να μοιράζεται…
Όχι, δεν είχε ζητήσει να κάνει δουλειές και εκείνος, ζούσανε στον Παράδεισο βλέπεις και όλα ήταν τέλεια κι έτσι την πατήσαμε οι επόμενες γενεές από Εύες.
Όταν ο Πάνσοφος άκουσε το τι είχε ζητήσει Η γυναίκα, είχε συμφωνήσει μαζί της, τίποτα το περίεργο δεν είχε βρει, κάνε της, μπρε μπαγάσα το χατίρι!
«Ναι, αλλά το προχώρησε, Κύριε» επέμενε Ο άντρας. «Ζήτησε να αναλύουμε τη σχέση μας τακτικά και βέβαια να της ορκιστώ ότι ποτέ δε θα αναπολήσω τις πρώην μου…».
«Μα, είστε οι πρωτόπλαστοι, Άνθρωπε! Δεν υπάρχουν πρώην!».
«Δε θα το δεχτεί, Κύριε, είναι μέσα στις εργοστασιακές ρυθμίσεις της…».
Προβληματίστηκε ο Δημιουργός, είπε να την καλοπιάσει, γιατί, Εύα πουλάκι μου δεν του κάθεσ… , και το άφησε στη μέση, είχε κάνει πάντως σπουδαία ‘δουλειά’ μαζί της, έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό του κάθε φορά που την έβλεπε, ωραίο πλάσμα!
Και να πεις πως ήταν και κανένας έμπειρος στην ανθρωποπλαστική, να πάει στα κομμάτια! Δεύτερη φορά έπιανε πηλό στα χέρια του, την πρώτη ήταν με τον Αδάμ, εντάξει, λίγο στραβοχυμένος του είχε βγει αλλά δεν πείραζε, ο άνδρας είναι άνδρας ό,τι και να γίνει, μόνο η γυναίκα πρέπει να είναι ΚΑΙ όμορφη, ΚΑΙ λεπτή, ΚΑΙ νοικοκυρά ΚΑΙ καλή σύζυγος ΚΑΙ μάνα ΚΑΙ ερωμένη Και…
Ω! Ακόμη κι αυτός βαριόταν να απαριθμεί τι πρέπει να είναι μια γυναίκα.
«Γιατί, Εύα, πουλάκι μου δεν…».
Σηκώθηκε όρθια.
«Αφεντικό, του πρότεινα να πάμε σε σύμβουλο γάμου, σε σένα δηλαδή που είσαι και πάνσοφος και αρνείται. Με ρωτάει αν είναι δυνατόν να λέμε τα μυστικά μας στους ξένους, του απαντώ πως εσύ μας γέννησες! Εμένα μου αρέσει να συζητάμε και να αναλύουμε τη σχέση μας, να δούμε πώς νιώθει ο καθένας καλύτερα, δεν έχουμε και γονείς, ούτε παιδικά χρόνια, να τα ρίξουμε όλα εκεί. Πρέπει να το προσπαθήσουμε πολύ».
«Έχεις δίκιο, κορίτσι μου αλλά και εγώ πρωτάρης είμαι, μη νομίσεις…».
«Νομίζω πως δε θα τα βρούμε ποτέ, ω Πατέρα με τον Άντρα!».
«Να προσπαθήσετε γιατί θα αναγκαστώ να σας κάνω έξωση, είναι όρος του συμβολαίου πως αν δεν αγαπιέστε, φεύγετε απ’ τον Παράδεισο…».
«Μα αγαπιόμαστε, Πάνσοφε. Διαφωνώντας. Και προβλέπω πως έτσι θα συνεχιστεί το βιολί μέχρι να καταλάβουν όλοι πως είμαστε ίσοι».
Λίγα λόγια για τη Μαίρη Κόντζογλου
Η Μαίρη Κόντζογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήµες στο Πάντειο Πανεπιστήµιο και έχει εργαστεί σε µεγάλες ελληνικές εταιρείες, µε αντικείµενο πάντα την Επικοινωνία. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Το Μέλι το Θαλασσινό (2008), Περπάτα µε τον άγγελό σου (2009), την τριλογία «Οι μεσημβρινοί της ζωής» (2011) που αποτελείται από τα βιβλία Άγνωστη χώρα, Μεσονύκτιο, Μεσουράνηση, Χίλιες ζωές απόψε (2013), την τριλογία «Τα Παλιά Ασήμια» που αποτελείται από τα βιβλία Τα Παλιά Ασήμια (2014), Προσευχή για τα Παλιά Ασήμια (2015), Πέρα από τα Παλιά Ασήμια (2015), το μυθιστόρημα Οι Μαγεμένες (2017) και τη διλογία «Σκουριά και χρυσάφι» (2020) που αποτελείται από τα μέρη Νεγρεπόντε και Πόρτο Λεόνε, τη συλλογή διηγημάτων Ώρες κοινής ανησυχίας (2021), το βιβλιοφιλικό feelgood μυθιστόρημα Μια νύχτα στο βιβλιοπωλείο (2022), καθώς και τη διλογία «Από ήλιο σε ήλιο», που αποτελείται από δύο μέρη: Αποσπερίτης (2023) και Ανέσπερος (2024).
Η τηλεοπτική μεταφορά της διλογίας της Μαίρης Κόντζογλου «Από ήλιο σε ήλιο» έκανε πρεμιέρα στην ΕΡΤ1 τη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026, φέρνοντας στη μικρή οθόνη τα μπεστ σέλερ μυθιστορήματα Αποσπερίτης και Ανέσπερος. Βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα και συγκεκριμένα στη μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1916, η ιστορία αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στους προύχοντες που επιδιώκουν τον πλουτισμό από την εκμετάλλευση των ορυχείων και στους εργάτες που παλεύουν για αξιοπρέπεια και επιβίωση. Με αφετηρία την εκτενή ιστορική έρευνα της ίδιας της συγγραφέα, η αφήγηση συνδυάζει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων, ενώ διατρέχεται συμβολικά από τον μύθο της Ανδρομέδας και του Περσέα. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
