Για 3η συνεχή χρονιά οι παραγωγοί της Φάβας, οι επιχειρηματίες της Σχοινούσας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Σχοινουσιωτών διοργανώνουν την ετήσια Γιορτή της Φάβας τη Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014 στο νησί των Μίκρών Κυκλάδων.

Το παραδοσιακό γλέντι, που πραγματοποιείται κάτω από τα μεγάλα δέντρα του προαύλιου χώρου του σχολείου, ξεκινάει στις 21:30 και παρουσιάζει ένα πλούσιο πρόγραμμα ζωντανής μουσικής από δημοφιλείς  καλλιτέχνες, με παραδοσιακά τραγούδια και χορό. Ο καταξιωμένος Νίκος Οικονομίδης από τη Σχοινούσα (βιολί), η Κυριακή Σπανού (τραγούδι), ο Αργύρης Ψαθάς (λαούτο) και ο Παναγιώτης Βέργος (σαντούρι) ερμηνεύουν αγαπημένα Αιγαιοπελαγίτικα τραγούδια. Προσφέρονται επίσης και τοπικές λιχουδιές καθώς και σπιτικές συνταγές φάβας και άλλων εδεσμάτων συνοδευόμενα από κρασί και ρακή. 

Επίσης, στην έναρξη της εκδήλωσης οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να μάθουν για την καλλιέργεια και την παράγωγη της Σχοινουσιώτικης φάβας, γνωστή με το όνομα «κατσούνι», λόγω του σχήματος του φυτού. Η ποικιλία αυτή κέρδισε την πρώτη θέση στο Γαστρονομικό Φεστιβάλ Κυκλάδων που έγινε στη Σίφνο το Σεπτέμβριο του 2012.

Το φεστιβάλ, μια κεφάτη εκδήλωση προς τιμήν της  συγκομιδής της φάβας, αποκτά, όπως και η ίδια η φάβα του νησιού, όλο και περισσότερους λάτρεις που έρχονται από την Αθήνα και τα γειτονικά νησιά για να δοκιμάσουν και να γλεντήσουν νησιωτικά, νόστιμα και καλοκαιρινά.

Λίγα λόγια για την Φαβα της Σχοινούσας

Στη μικρή Σχοινούσα, η φάβα γνώρισε μια δυναμική «αναγέννηση» και η ντόπια παραγωγή ξεχώρισε, δίνοντας την πρώτη ύλη για υπέροχα πιάτα, με παραδοσιακές και σύγχρονες συνταγές. Η ποικιλία φάβας της Σχονούσας είναι γνωστή με την ονομασία κατσούνι,  λόγω του σχήματος του φυτού. Σύμφωνα με τους ντόπιους παραγωγούς, ο σπόρος από το κατσούνι  καλλιεργήθηκε αρχικά στο γειτονικό νησί της Αμοργού, (όπου καλλιεργείται μέχρι σήμερα). Μεταφέρθηκε στη Σχοινούσα όταν οικογένειες από την Αμοργό μετακινήθηκαν στη Σχοινούσα στις αρχές του 19ου αιώνα. Στη Σχοινούσα η καλλιέργεια της φάβας έχει παράδοση πολλών ετών, καθώς το έδαφος του νησιού, που είναι σχετικά επίπεδο, με χαμηλούς λόφους, λίγες βροχοπτώσεις και ήπιους νότιους ανέμους, είναι ιδανικό για την καλλιέργεια αυτού του φυτού.  Κάθε οικογένεια είχε τότε τη δική της παραγωγή, σε ποσότητες που κυμαίνονταν από 300 έως 400 κιλά το χρόνο συνολικά σε όλο το νησί. Σήμερα οι ποσότητες αυξήθηκαν σε περίπου πέντε τόνους, και η ποσότητα αυτή προβλέπεται να διπλασιαστεί ή τριπλασιαστεί στα επόμενα χρόνια, όπως εκτιμούν οι ντόπιοι παραγωγοί.