Τρίτη βράδυ, πέμπτο ματς πλέι οφ ευρωλίγκας, Παναθηναϊκός – Εφές, ΟΑΚΑ. Στο πέταλο των φανατικών υπάρχουν 3-4 τύποι που έχουν σηκώσει ελληνικές σημαίες. Και το θέμα με τις σημαίες είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν σημαίνουν κάτι από μόνες τους· ότι είναι το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται που τους προσδίδει το ένα ή το άλλο νόημα. Αν έπαιζε αγώνα η Εθνική Ελλάδας θα σήμαιναν καταρχήν ένα πράγμα. Σε αγώνα του Παναθηναϊκού εναντίον τούρκικης ομάδας σημαίνουν κατά πάσα πιθανότητα ένα διαφορετικό, κάτι που πηγαίνει κάποια βήματα πιο πέρα απ’ τον πατριωτισμό.
Το πλαίσιο δεν έχει να κάνει μόνο με τις σημαίες. Κι επίσης πλαίσιο αποτελεί κατεξοχήν και ο χρόνος. Πίσω απ’ τον Μάιο του 2025 στον Νοέμβριο του 2002, όταν ο Παναθηναϊκός νικάει τη Φενέρμπαχτσε 4-1 στη Λεωφόρο και το ενθουσιασμένο απ΄την τεσσάρα γήπεδο δονείται από κολοκοτρωνέικα συνθήματα – κυριολεκτικά κολοκοτρωνέικα όμως, καθώς το όνομα του Κολοκοτρώνη κάνει ρίμα με τα ρήματα «νυχτώνει» και «μεγαλώνει». Οι αναμετρήσεις ελληνικών με τούρκικες ομάδες ήταν ακόμα σπανιότατες, κι αν θυμάμαι σωστά υπήρχε και πρόβλεψη ώστε να αποφεύγονται στις κληρώσεις. Ήταν πιο καινούργιο πράγμα, ήταν κάπως πιο νορμάλ να το βλέπεις και ως αναμέτρηση με ελληνοτουρκικό χαρακτήρα, ακόμα και το γενικότερο κλίμα μεταξύ των δύο χωρών ήταν ακόμα τότε πιο τεταμένο, ή έστω οι ιστορικές πληγές και τριβές πιο νωπές.
Ακόμα πιο πίσω, στο 1993, ο Άρης κερδίζει στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων την Εφές, και οι δύο ομάδες μαζί δεν φτάνουν τους 100 πόντους καθώς το τελικό σκορ είναι 50-48, κι όλη η Ελλάδα το παρακολουθεί με αγωνία σαν εθνική υπόθεση. Τις τελευταίες δεκαετίες οι αγώνες μεταξύ ελληνικών και τουρκικών ομάδων, ειδικά στην ευρωλίγκα και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές διοργανώσεις, είναι συχνότατες, παίκτες πάνε και έρχονται απ’ τη μια χώρα στην άλλη, το 2022 ο Τάσος Μπακασέτας με τον Μανώλη Σιώπη συνεισφέρουν καθοριστικά στο πρώτο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στην Τράμπζονσπορ μετά από 38 χρόνια και ο κόσμος της Τραπεζούντας τους λατρεύει. Ο ερχομός του Ιμπραήμ Κουτλουάι στην Ελλάδα στο ξεκίνημα του αιώνα είχε κάνει μια αίσθηση. Τώρα έρχονται όχι απλοί παίκτες, αλλά προπονητές, που κάνουν εξ αντικειμένου και κουμάντο, έρχονται να αναλάβουν το τιμόνι του Παναθηναϊκού και η εθνικότητά τους είναι πρακτικά η τελευταία που έχει σημασία. Ο Αταμάν στο μπάσκετ θριαμβεύει, ο Τερίμ στο ποδόσφαιρο ως αντικαταστάτης του Γιοβάνοβιτς αποδεικνύεται η μακράν χειρότερη ιδέα που είχε παράγοντας τις τελευταίες δεκαετίες.
Η παρουσία λοιπόν του Εργκίν Αταμάν στον πάγκο θα αρκούσε για να είναι εκτός από περίεργα ιδεολογικά φορτισμένες και νέτα σκέτα παράταιρες οι τουρκοφαγικές ελληνικές σημαίες, αλλά είναι ο συμπατριώτης του Τσέντι Όσμαν που μετά από μια βραδιά καριέρας, στην οποία ανέλαβε έναν ρόλο που δεν είχε ως τώρα, μετατρεπόμενος σε μπροστάρη για τη νίκη – πρόκριση της ομάδας του, αρπάζει σε μια πραγματικά σπανιότατη σκηνή ένα μικρόφωνο, στρέφεται στην εξέδρα των ίδιων φανατικών και δίνει το σύνθημα στα εντελώς ελληνικά, ώστε να τραγουδήσει μαζί του σε διονυσιακή παραφορά όλο το γήπεδο: «Στο Άμπου Ντάμπι θα ’ρθω, Πανάθα, για σένα, για να σηκώσουμε, με τρέλα, άλλο ένα». Μετά ακολουθούν ονόματα διαφόρων ράντομ πόλεων, όπως Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Μπολόνια, Παρίσι. Δίπλα του, στους πανηγυρισμούς και τα τραγούδια, μαύρα παιδάκια παικτών καθοριστικών στον αγώνα σαν τον Γκραντ και παικτών που είναι σαν θηρία στο κλουβί σαν τον Λεσόρ, παιδάκια σε χέρια μπαμπάδων, παιδάκια σε ώμους συμπαικτών, όλες οι ράτσες κι όλες οι φυλές. Και είτε είσαι φίλος του αθλητισμού είτε όχι, είτε είσαι φίλος του Παναθηναϊκού είτε όχι, είτε είσαι φίλος της Ελλάδας είτε της Τουρκίας, η εικόνα του Τσέντι Όσμαν, καθώς τραγουδά μαζί με 18.000 ανθρώπους, ζώντας τη στιγμή με όλο του το είναι, το εξαντλημένο απ’ την υπερπροσπάθεια, το ευτυχισμένο απ’ τη δικαίωσή της, είναι η επιτομή του φωτός: ένας νέος άνθρωπος που τα έδωσε όλα στο γήπεδο, συντονίζεται σε μια κοινή φωνή με τους ανθρώπους που αγαπούν μια φανέλα και μαζί της κι όσους την ομορφαίνουν με το ταλέντο τους και την ιδρώνουν με το πάθος τους. Η ιδιότητα «Τούρκος» είναι μια κατασκευή, η ιδιότητα «άνθρωπος» όχι, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ», όλοι οι άνθρωποι ίδιοι είμαστε στα θεμελιώδη μας χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιποι διαχωρισμοί, πολιτισμικοί, εθνικοί, θρησκευτικοί, φυλετικοί κάπως φυτεύτηκαν ως σημαντικοί στα κεφάλια μας. Αλλά όλοι ίδιοι είμαστε. Κι ο αθλητισμός αυτό ακριβώς κάνει, αυτό ακριβώς δείχνει.
Όλοι στο γήπεδο αξιολογούνται με βάση την αξία τους. Ένας Τούρκος παίκτης του Παναθηναϊκού είναι λιοντάρι, ένας άλλος σαν φοβισμένο γατάκι -πιθανότατα επηρεασμένος από γεγονότα που είχαν να κάνουν με το προηγούμενο παιχνίδι της σειράς και την κίνηση του συμπαίκτη του Κώστα Σλούκα να ζητήσει την αλλαγή του. Ο Ομέρ Γιούρτσεβεν χάνει την μπάλα μέσα από τα χέρια του ξανά και ξανά και ξανά. Το γήπεδο προσπαθεί να καταπνίξει τη δυσφορία του προκειμένου να μην τον επηρεάσει ακόμα περισσότερο. Πρόκειται για δυσφορία που έχει να κάνει με το πώς παίζει ένας από τους δύο σέντερ της ομάδας. Από πού είναι δεν έχει σημασία. Θα μπορούσε να είναι από οποιοδήποτε σημείο της γης. Απ’ το Νότιο Σουδάν ας πούμε. Αν κάνει καλά τη δουλειά του, αν δίνει την καρδούλα του στο γήπεδο, θα αποθεωθεί και θα χοροπηδάει κι εκείνος με το τραγούδι του Οσμάν και του κόσμου.
Κάπως έτσι, οι καμπάνιες των διεθνών ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών, με τα διάφορα “Say No To Racism”, ίσως είναι τελικά εκ του περισσού. Θα υπέθετε κανείς ότι ο οπαδισμός και ο φανατισμός επιτείνουν τη μισαλλοδοξία, το άλλο εμείς – άλλο εσείς, αλλά σε έναν τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας που ό,τι είσαι και ό,τι δεν είσαι οφείλεις να το αποδεικνύεις πάντα στο γήπεδο και κάθε φορά απ’ την αρχή, κάθε φάση απ’ την αρχή, όλοι οι άνθρωποι γίνονται ένα και κρίνονται όχι για το χρώμα τους και την καταγωγή τους, αλλά για το πόσο καλοί είναι. Είναι άρα όλα ιδανικά και οριστικά λυμένα; Δυστυχώς όχι, υπάρχουν ακόμα κατά τόπους χρονοκαθυστερήσεις. Στο Βελιγράδι έλαβε χώρα πριν ελάχιστα βράδια ρατσιστικό επεισόδιο σε ένα μπαρ κατά τεσσάρων μαύρων παικτών της Παρτιζάν (ενός Γερμανού, ενός Γάλλου, ενός Νοτισουδανού κι ενός Αμερικάνου), με τη χρήση υποτιμητικών επιθέτων για τις -μπορεί να εικάσει κανείς λευκές- γυναίκες που τους συνόδευαν.
Αλλά αυτού του είδους ο ρατσισμός είναι ένα κατάλοιπο του παρελθόντος και μάλλον εξασθενεί ολοένα και περισσότερο, καθώς τα γήπεδα όλου του κόσμου είναι τόσο γεμάτα από μαύρους αθλητές, που οτιδήποτε άλλο θα ήταν αστείο. Υπάρχει βέβαια εδώ μια υποσημείωση, ενδεχομένως ανησυχητικότερη, για ένα είδος ρατσισμού πιο υπόγειο. Πριν μερικά χρόνια το “Get Out!” του Τζόρνταν Πιλ μας υπενθύμισε με τον τρόπο του, πως το φαινόμενο ενός λευκού δημογραφικού κοινού το οποίο απολαμβάνει για την τέρψη του το θέαμα μαύρων αθλητών δεν είναι απαραίτητα τόσο αθώο. Έτσι, ενώ στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Ευρώπης τα παιδιά πρώτης ή επόμενων γενιών μεταναστών γεμίζουν τις ομάδες, όταν οι κάμερες πάνε στις εξέδρες, βλέπει κανείς ότι εξακολουθούν να παραμένουν κυρίως ζήτημα λευκού προνομίου. Αλλά μπορεί κι αυτά απλά να παίρνουν τον χρόνο τους να αλλάξουν, κι ό,τι άλλαξε πρώτα εντός γηπέδου, να αρχίζει να αλλάζει και στις εξέδρες. Έχω π.χ. την αίσθηση ότι φέτος σε ματς τσάμπιονς λιγκ είδα ανάμεικτα φυλετικά πλήθη σε ορισμένα σημεία των οπαδών της Παρί Σεν Ζερμέν.
1.165 λέξεις όμως ως τώρα στο κείμενο και χωρίς μουσική. Τις πέντε πρώτες του συνθήματος πρόλαβε να τραγουδήσει στα ελληνικά ο Όσμαν και ακολουθώντάς τον αστραπιαία γίναμε όλοι ένα: οπαδοί και παίκτες, πλούσιοι και φτωχοί, γιοι και πατεράδες, Έλληνες και Τούρκοι, μαύροι και λευκοί.
