Στη λίστα «things to do in my life» έβαλα άλλο ένα τικ στο κουτάκι δίπλα από την επιθυμία: Να δω με κάποιο τρόπο το «Einstein on the beach». Χρειάστηκε μια αγωνιώδης μάχη να βρω εισιτήριο, ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ και κάποια μη υπολογισμένα έξοδα, αλλά… δικαιώθηκα στο έπακρο. Και δεν θα πανικοβληθώ αν με ρωτήσετε ποια είναι αυτή η παράσταση και ποιος είναι ο κύριος που την σκηνοθετεί. Έχουν περάσει και καμιά 30αριά χρόνια από τότε που ο Robert Wilson και ο Philip Glass γράφαν με χρυσά γράμματα το όνομά τους στις σελίδες της ιστορίας του θέατρου, δημιουργώντας την πρώτη καθαρά φορμαλιστική, μη-αφηγηματική όπερα. Για περισσότερα, στο γνωστό μέρος.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στην αναβίωση του 2013 που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω στην Netherlands Opera, και ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πρόκειται για μια παράσταση που διαρκεί πάνω από 4.30 ώρες. Χωρίς διάλειμμα. Οι θεατές, βέβαια, μπορούν να βγουν και να ξαναμπούν όποια στιγμή θέλουν. Το θέμα όμως είναι ότι ο Wilson δημιουργεί ένα θέαμα τέτοιο που δεν θες να σηκωθείς από τη θέση σου. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποθέσουμε ότι ως ένα βαθμό είναι και αυτό υπολογισμένο. Εφόσον ο Wilson έχει τον πλήρη έλεγχο των απόλυτα μηχανικών κινήσεων των ηθοποιών-μαριονετών, έναν έλεγχο που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αυτοσχεδιασμού και προσωπικού στοιχείου στην ερμηνεία, συν του ότι και τα μέλη της χορωδίας στερούνται κάθε στοιχείο ατομικότητας, γιατί όχι να μην υποθέσουμε και έναν υπολογισμό εκ μέρους του σκηνοθέτη και των αντιδράσεων του κοινού.
Κι έχω και παράδειγμα. Όταν μπαίνεις στην αίθουσα μια πρώτη δράση ήδη εξελίσσεται επί σκηνής. Συνηθισμένο. Η παράσταση, όμως, δεν ξεκινάει ούτε στο τρίτο κουδούνι, ούτε με κάποιο νεύμα του μαέστρου, ούτε με τίποτα τέτοιο. Ξεκινάει όταν το κοινό αποφασίσει με μια αδιόρατη και ασυνείδητη κοινή συναίνεση να ησυχάσει.
Κι άντε και ξεκίνησε. Από την πρώτη κιόλας στιγμή είναι οφθαλμοφανές ότι αν προσπαθήσεις να ερμηνεύσεις αυτό που βλέπεις λογικά, θα περάσεις δύσκολες ώρες! Η πρώτη σκηνή είναι ένα από τα περίφημα «knee plays», η άποψη δηλαδή του Wilson για τα ιντερλούδια της όπερας του 21ου αιώνα. Σε αυτά, πέντε στο σύνολο, δύο εξαιρετικές περφμόρμερς παρουσιάζουν μια σειρά μηχανοποιημένων κινήσεων, χωρίς ιδιαίτερο νοηματικό περιεχόμενο, απαγγέλοντας ταυτόχρονα τους σουρεαλιστικούς, σχεδόν ντανταϊστικούς στίχους των κειμένων του Christopher Knowles, στίχοι που επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο την προσπάθεια του κοινού να βγάλει άκρη με το νόημα. Ήδη η ονομασία «knee plays» κανείς δεν ξέρει πως προέκυψε. Ο Wilson κάποτε είχε πει ότι τα γόνατα είναι το κέντρο της κίνησης. Ίσως με αυτό να λύνεται το μυστήριο. Ίσως.
.jpg)
Στις τέσσερεις πράξεις που ακολουθούν, ο μαιτρ των φωτισμών και της δημιουργίας ατμόσφαιρας πλάθει ένα μεθυστικό, μαγευτικό οπτικό μεγαλούργημα (είναι ο Wilson που όλοι αγαπήσαμε!) αξιοποιώντας στο έπακρο όλα τα τεχνολογικά μέσα που έχει στη διάθεση του, χωρίς να απομακρύνεται από το πρώτο ανέβασμα. Το έργο δεν έχει καμία απολύτως συνοχή στα ούτως ή άλλως μη αφηγηματικά κείμενα που χρησιμοποιεί. Την παραμικρή στιγμή που πάει να αποκτήσει μια γραμμική ροή το θέαμα, την ανατρέπει ο Wilson χωρίς δεύτερη σκέψη δίνοντας στην παράσταση τη μορφή που έχουν τα όνειρά μας. Το κόλπο, λοιπόν, είναι να αφαιθείς να σ’ απορροφήσει αυτή η παραμυθική, ονειρική κατάσταση που στείνεται επί σκηνής και όχι να προσπαθήσεις να καταλάβεις. Όχι τυχαία, κατά διαστήματα βλέπουμε ρολόγια που είτε κινούνται αντίστροφα, είτε δεν έχουν καν δείκτες, όπως επίσης και αποπροσανατολισμένες πυξίδες, μεταφέροντάς μας στο ποτέ και το πουθενά του χωροχρόνου.
Ήδη από το ΄76 ήταν ξεκάθαρο ότι, ακόμα και αν οι Wilson και Glass ονόμασαν την παράσταση τους όπερα, ως είδος απέχει παρασάγκας από την καθιερωμένη βαγκνερική μορφή. Καταργώντας τη συνηθισμένη ορχήστρα, ο Glass συνθέτει μια όπερα για δύο synthesizer έχοντας ως καμβά μόνο τα σκίτσα του Wilson για τις «εικόνες» των διάφορων σκηνών, δεδομένου ότι λιμπρέτο με αφηγηματική δομή, είπαμε, δεν υπάρχει. Το αποτέλεσμα είναι μια αφηρημένη, σχεδόν ψυχεδελική, αλλά και απολύτως εθιστική μουσική βασισμένη σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, σόλο και χορωδιακά μέρη. Η χορωδία διαδραματίζει ένα ιδιαίτερο ρόλο αφού «στίχους» των τραγουδιών της αποτελεί μια αλληλουχία από αριθμούς («one-two-three-four/two-three-four») που -μάλλον- δεν σημαίνουν τίποτα και μια σειρά επαναλαμβανόμενων ασκήσεων σολφέζ, στις οποίες τονικές τριάδες που κανονικά στο τέλος τους δίνουν το αίσθημα της «λύσης», η εμμονική και αέναη επανάληψή τους δημιουργεί μια άβολη κατάσταση από την ίδια τους την αρμονία. Ο Glass συνθέτει, επομένως, μια μουσική που καταπατά φαινομενικά τα όρια του χρόνου. Θα μπορούσε να συνεχίζεται επ΄άπειρον. Αυτοπεριορίζεται μόνο και μόνο γιατί συνδέεται άρρηκτα με τα επί σκηνής δρώμενα.
.jpg)
Σε σχέση με την παράσταση του ’76, λίγα πράγματα άλλαξαν. Οι τρεις βασικοί συντελεστές είναι οι ίδιοι. Το ίδιο και το έργο τους. Ο σκηνοθέτης, ο συνθέτης και η χορογράφος, η Lucinda Childs. Συνεργάζονται όμως με νέους ηλικιακά ηθοποιούς, μελωδούς και χορευτές, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν γεννηθεί καν στην πρώτη πρεμιέρα του Einstein on the Beach.
Η Childs, από τις σημαντικότερες εν ζωή αμερικανίδες χορογράφους, αξιοποιεί το ταλαντούχο υλικό που έχει στα χέρια της και δημιουργεί χορoγραφίες που χρωματίζουν τον κενό χώρο ανάμεσα στους χορευτές και αναδεικνύουν την μουσική του Glass μέσα από τις εκπληκτικές και πολλαπλές συμμετρίες που δημιουργεί στον χώρο και που ρουφούν, στην κυριολεξία, την προσοχή του θεατή.
Η παράσταση στο σύνολό της χρησιμοποιεί μια τέτοια υπερπληθώρα μέσων που ξεφεύγει από το τι εννοούμε θέατρο με τα κλειστά του όρια. Και τα χρησιμοποιεί όλα ενοποιημένα σε ένα όλον, σε ένα σώμα. Δεν είναι τα φώτα, η μουσική, τα εφέ, τα σκηνικά. Είναι ο “Einstein on the Beach”. Και, επιπλέον, είναι και μια παραστάση που έχει κατορθώσει και κάτι άλλο πολύ περιέργο. Υποστήριξε με όλη του την ειλικρίνεια, ίσως και επιπολαιότητα, την έννοια του φορμαλιστικού τίποτα. Το έργο δεν θέλει να πει τίποτα. Η παράσταση, υπερθέαμα στον μινιμαλισμό της, δεν θέλει να πει τίποτα. Γι’ αυτό και κανείς ποτέ από αυτή την παράσταση δεν κατάλαβε τίποτα.
Κλείνοντας, πρέπει να πω πως, είμαστε κάποιοι άνθρωποι που αγαπώντας το θέατρο, διαβάζοντας για την αμερικάνικη πρωτοπορία, παρακολουθώντας το έργο του Wilson αλλά και άλλων avant-garde σκηνοθετών είχαμε την ανάγκη να μας δοθεί η ευκαιρία να δούμε αυτή τη παράσταση θρύλο. Το όνομα “Einstein on the Beach” ήταν και παραμένει συνώνυμο της avant-garde θεατρικής σκηνής. Οι Wilson και Glass, υποθέτω, αναγνώρισαν αυτή την ανάγκη και 30 χρόνια μετά, πάνω από 70 χρονών πλέον και οι δύο, χάρισαν αυτή την παράσταση ως παρακαταθήκη για την επόμενη γενιά.
Να θυμίσω ότι αν το Άμστερνταμ είναι λίγο μακρυά, στο Εθνικό Θέατρο παίζεται ακόμα η Οδύσσεια και όσοι δεν την έχετε ήδη δει, προς ενημέρωσή σας η κριτική της drama queen Τώνιας Καράογλου.
