Αντώνης Καφετζόπουλος: «Η τύχη είναι το ξυράφι που κόβει όλα αυτά που δεν θα γίνουν ποτέ»

O Αντώνης Καφετζόπουλος καταθέτει τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, τα όνειρα και τα παράπονά του

Φωτογραφίες: © Ανδρέας Σιμόπουλος

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πόσα χρόνια δραστηριοποιείται σε καλλιτεχνικά επαγγέλματα ο Αντώνης Καφετζόπουλος, γιατί διαπιστώνοντας πως πλησιάζει τον μισό αιώνα, συνειδητοποιεί την ηλικία του -όχι πως ο ίδιος την κρύβει- και σοκάρεται. Για όλους ανεξαιρέτως όσους τον παρακολουθούμε, παραμένει ένας νέος άνθρωπος: οι αριθμοί μπορούν να λένε ό,τι θέλουν.

Αφορμή για τη συνάντησή μας υπήρξε το «Τάο», το οποίο συνέγραψε ο γιος του, Γιώργος Καφετζόπουλος, ώστε να έχουν την ευκαιρία να παίξουν μαζί για πρώτη φορά –αυτό και έγινε. Από πού όμως να αρχίσει κανείς; Από την αγάπη του για το σινεμά; Από το θεατρικό του ντεμπούτο πλάι στην Έλλη Λαμπέτη σε σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι; Από το πόσο αγαπήθηκε από τους σκηνοθέτες της γενιάς του, τόσο στο σινεμά όσο και την τηλεόραση; Η ώρα περνάει γρήγορα και οι λέξεις είναι πάντα λίγες όταν ο Αντώνης Καφετζόπουλος αποφασίζει να καταθέσει τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, αλλά και τα όνειρα και τα παράπονά του.

Έχω πάντα την απορία: πότε συνειδητοποιεί κανείς ότι αυτό θα κάνει στη ζωή του, θα είναι ηθοποιός;

Εγώ πολύ αργά. Γύρω στα 35. Είχα τελειώσει τη σχολή γύρω στα 26-27, δηλαδή πήγα μεγάλος. Έκανα κάνα δυο χρόνια πανεπιστήμιο, δούλευα και έκανα διάφορα. Δεν είχα σκοπό να δουλέψω ως ηθοποιός. Ο λόγος που πήγα στη δραματική σχολή ήταν γιατί ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά, αλλά δεν μου άρεσε όπως γινόταν το μάθημα στην κινηματογραφική σχολή και είπα να πάω σε μια δραματική. Ήμουνα του σινεμά. Δεν με ενδιέφερε το θέατρο. Καθόλου. Επειδή το σινεμά που είχα στο μυαλό μου ήταν πολύ ηθοποιο-κεντρικό, είπα να το προσεγγίσω από εκεί. Μου άρεσε ο Όρσον Γουέλς, ο Ελία Καζάν, πράγματα που έχουν να κάνουν με τον ρεαλισμό, αλλά όχι μόνο -γιατί ο Γουέλς δεν κάνει ρεαλισμό, είναι με το ένα πόδι στον σουρεαλισμό. Δούλευα, είχα μια άλλη δουλειά πολύ καλή. Και όταν ήμουνα 28-29 προέκυψε μια παράσταση με σκηνοθέτη τον Μάουρο Μπολονίνι που ήταν του σινεμά και αυτό μου έκανε κλικ, και πρωταγωνίστρια τη Λαμπέτη, την οποία είχα σε μεγάλη εκτίμηση από τις ταινίες -δεν την είχα δει ποτέ στο θέατρο.

«Φιλουμένα Μαρτουράνο».

Ναι. Έπαιξα εκεί. Συνέχισα να δουλεύω ως ηχολήπτης, ηχογραφούσα μουσική. Είναι πολύ ωραίο επάγγελμα.

Ανάμεσα σε άλλα έχετε κάνει και τον πρώτο δίσκο των Φατμέ.

Όχι ακριβώς. Αλλού τον κάνανε τα παιδιά. Απλώς ήρθε ο μακαρίτης Τάσος Φαληρέας με μια κασέτα που είχε τέσσερα τραγούδια των Φατμέ και μου είπε: «Θες να του κάνεις παραγωγή;». Εγώ ήμουν ηχολήπτης. Δεν ήξερα καν πώς γίνεται μια παραγωγή. Έβλεπα τους παραγωγούς που ερχόντουσαν και καθόντουσαν με ένα μολύβι και το χτύπαγαν. Δεν έκαναν κάτι! Λέω, δηλαδή τι παραγωγή; Μετά έκανε κάποια άλλη συμφωνία ο Τάσος, αλλού τον κάνανε τον δίσκο. Αλλά θυμάμαι ότι άκουσα το «Πιάσε ένα τσιγάρο» και είπα: αυτοί είναι πάρα πολύ καλοί, θέλω να τους παρακολουθήσω.

Νομίζω πάντως ότι το όνομά σας υπήρχε στον δίσκο, έχω το βινύλιο.

Δεν θυμάμαι. Κατά πάσα πιθανότητα είχα κάνει μέρος του δίσκου. Είχα κάνει κι άλλα. Είχα δουλέψει στους «Αχαρνής» και στα «Δέκα χρόνια κομμάτια» του Σαββόπουλου, πολλούς δίσκους της σειράς, εμπορικούς, Μαρινέλλα, Πάριο… «Τα Δήθεν», τον δεύτερο δίσκο Ξυδάκη-Ρασούλη. Ο πρώτος έγινε στη Θεσσαλονίκη, στο δεύτερο είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους και ήρθαν με κάτι ταινίες και τον τελειώσαμε στην Αθήνα. Τα μπουζούκια τα έχει παίξει ο Νικολόπουλος. Με τον Νικολόπουλο έχω κάνει πάρα πολλά, εξακολουθούμε να έχουμε μια ζεστή φιλική σχέση. Συνέχισα λοιπόν να είμαι ηχολήπτης, δούλεψα όλο τον χειμώνα στη «Φιλουμένα» και μου πρότεινε την «Αστροφεγγιά» ο Διαγόρας Χρονόπουλος και έπρεπε να επιλέξω αν θα αφήσω τη δουλειά για να είμαι ηθοποιός. Δεν γινόταν μαζί, είχα κάθε μέρα γύρισμα. Είπα να το δοκιμάσω. Τα επόμενα 4-5 χρόνια έκανα τρεις ταινίες μεγάλου μήκους, την «Παραγγελιά» και «Το στίγμα» του Τάσιου και τη «Ρεβάνς» του Βεργίτση, στην οποία γράψαμε μαζί το σενάριο. Ήταν τύπου κολλεκτίβας: κοιμόμασταν και ξυπνάγαμε μαζί, λέγαμε το ένα, το άλλο… Μήνες κράτησε αυτό με όλα τα συμπαρομαρτούντα μιας τέτοιας σχέσης: ατυχήματα με το αυτοκίνητο, εκδρομές… Είναι και πολύ ωραίο επαγγελματικά να γράφεις σε συνεργασία με κάποιον που έχει κάτι στο μυαλό του για μια ταινία και να προσαρμόσεις τις δικές σου προτάσεις στο αόριστο σχέδιό του. Το έχω κάνει άλλες δυο φορές, πληρώθηκα και έγραφα: στη «Νύχτα με τη Σιλένα» του Παναγιωτάτου και στο «Τεριρέμ» με τον Δοξιάδη. Πολύ διδακτικά είναι αυτά. Μαθαίνεις πολλά προσπαθώντας να υπηρετήσεις μια ιδέα όχι πολύ συγκεκριμένη.

Μετά από όλα αυτά, είπα ότι δεν με ενδιαφέρει να παίζω στο θέατρο. Είχα παίξει με τον Φέρτη δύο χρονιές, με τον Βολανάκη… Θα συνεχίσω να κάνω μόνο ταινίες. Πέρασαν ένα-δυο χρόνια και δεν μπορούσαμε να ζήσουμε. Δεν γίνονταν ταινίες που να σε πληρώνουν ώστε να ζεις από αυτό. Και πήγα μια περιοδεία από ανάγκη, με τη Μιμή Ντενίση στην πρώτη της προσπάθεια να κάνει κάτι ως θιασάρχης, το «Τσάο», μια γαλλική κομεντί. Η περιοδεία επίσης είναι πολύ διδακτικό πράγμα. Το βρίσκω δημιουργικό και καλό. Αυτά έγιναν γύρω στο ’84, ήμουνα κοντά στα 35 όταν αποφάσισα ότι αυτό θα κάνω, αυτό μου αρέσει τελικά. Μετά, έτσι για να βγάλω το άχτι μου έκανα και δύο μεγάλου μήκους -είχα κάνει και μια μεσαίου μήκους- και αποφάσισα να είμαι μόνο ηθοποιός.

Καταλαβαίνω πόσο βιοτεχνία πρέπει να ήταν το σινεμά όταν μου λέτε ότι δεν μπορούσατε να ζήσετε από αυτό. Διότι εκείνη την εποχή είχατε πραγματικά πολύ μεγάλη ζήτηση: σας θέλανε όλοι.

Σύμφωνοι, αλλά δεν συμμετείχαμε στους τζίρους του σινεμά. Όταν η «Παραγγελιά» ή «Το στίγμα» έκανε πολλά εισιτήρια -και η «Ρεβάνς» ήταν μια χαρά από ταμείο- αυτό δεν είχε σχέση με τις αμοιβές των ηθοποιών: παίρναμε κάτι και περιμέναμε να γίνει η επόμενη ταινία, ίσως ένα χρόνο μετά. Δεν μπορούσες να ζεις από αυτό. Γιατί σε γενικές γραμμές ζω από τα 20-22 μου δουλεύοντας. Δεν είχε περιουσία η οικογένειά μου, δεν είχα κάποια ασφάλεια, ώστε να μπορώ να καθίσω να περιμένω να έρθει η επόμενη δουλειά. Να πω «όχι, δεν το κάνω αυτό». Αργότερα, όταν έβγαζα περισσότερα μπορούσα να πω: αυτό δεν το κάνω. Αλλά ζω από αυτό εδώ και σχεδόν 50 χρόνια.

Συνέβη με την «Αστροφεγγιά» και το «Μινόρε της αυγής» και αργότερα με το «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» να έχετε μεγάλη αναγνωρισιμότητα.

Ήταν τρομακτική επιτυχία το «Μινόρε». Εγώ που δεν είχα και τηλεόραση τότε, θυμάμαι την ημέρα της προβολής να περνάω σε δρόμους ήσυχους και απ’ όλα τα παράθυρα να ακούγεται το «Μινόρε», τα τραγούδια, οπότε έλεγα «εμάς βλέπουνε». Ήταν καθολική επιτυχία, όπως δεν υπήρχε κι ανταγωνισμός στα κανάλια –ήταν μόνο τα κρατικά. Ήτανε άλλη εποχή στο «Μινόρε» και στην «Αστροφεγγιά». Μπορούσες να μπεις στο λεωφορείο, σου έριχναν μια ματιά, έλεγαν κάτι στον διπλανό τους, τελείωνε εκεί το θέμα. Μετά άρχισαν να βγαίνουν τα «γύρω» από το θέαμα: περιοδικά, εκπομπές… Εκεί άλλαξε η φάση, βλέπουμε σελέμπριτι και κάτι γίνεται, του μιλάμε, του φωνάζουμε, του λέμε «γεια σου Ακάλυπτε»…

Είναι πιο δύσκολο;

Στην αρχή ήταν σοκαριστικό, γιατί δεν ήμασταν προετοιμασμένοι. Μας βρήκε λίγο ξαφνικά. Μερικοί προσαρμόστηκαν πολύ γρήγορα, τύπωσαν αυτόγραφα, φωτογραφίες με την υπογραφή τυπωμένη. Εγώ δεν το έκανα, κρυβόμουν μάλιστα μετά την παράσταση. Μια φορά είχα κρυφτεί σε ένα υπόγειο με παλιά σκηνικά, έπιπλα, μια αποθήκη στο θέατρο Αθηνά, γιατί είχε κόσμο. Και ανοίγει την πόρτα η Ντενίση και λέει: εδώ είναι, ορίστε! Μου έκανε καψόνι, θύμωνε που δεν είχα τυπώσει αυτόγραφα. (Γέλια) Ο Φέρτης ήταν πιο ώριμος, κρατούσε μια ουδετερότητα. Υπέγραφε ήρεμος. Ναι, ήταν ξαφνικό. Αλλά προσαρμόζονται οι άνθρωποι στις δυσκολίες της ζωής. Δεν έγινε και κάτι. Αν εξαιρέσεις μια πολύ μικρή μειοψηφία ανθρώπων που έχουν κακούς τρόπους. Ξεπερνάνε τα όρια. Από πού κι ως πού ρε φίλε, γνωριζόμαστε; Αλλά αυτή είναι μια πολύ μικρή μειοψηφία, θορυβώδης, δεν είναι τίποτα το τρομερό. Αντιμετωπίζεται. Πιο πολύ με την αναγνωρισιμότητα έχεις να κάνεις με τον εαυτό σου: πώς θα το αντιμετωπίσεις εσύ. Εγώ ήμουν αρκετά μεγάλος και ώριμος όταν έγιναν αυτά. Στην «Αστροφεγγιά» άγγιζα τα 30. Είναι διαφορετικό από το να το πάθεις στα 19-20. Υπήρχαν περίοδοι που δεν ήθελα να βγω από το σπίτι μου καθόλου. Δεν ήθελα να τρώω και να κοιτάνε όλοι πώς βάζω την μπουκιά στο στόμα μου. Γιατί να το κάνω; Ας φάω σπίτι μου!

Υπάρχει μια πολιτική θέση πίσω από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε την Τέχνη, την υποκριτική, τον κόσμο, χωρίς να την έχετε βάλει σε πρώτο πλάνο.

Η αλήθεια είναι ότι μιλάω πολύ. Όταν είχα να πω κάτι το έλεγα. Πριν τις πρώτες εκλογές που κέρδισε η Νέα Δημοκρατία με τον Καραμανλή, τον Αλογοσκούφη, τον Βουλγαράκη, θεώρησα ότι είναι καταστροφική επιλογή και υποστήριξα τον Παπανδρέου για να υπάρχει ένα αντίπαλο δέος -τον Γιωργάκη, διότι για τον πατέρα του δεν είχα καθόλου καλή εικόνα. Ήξερα ότι θα χάσει, αλλά τουλάχιστον τον υποστήριξα μήπως και καταφέρει να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ και να φτιάξει κάτι καινούριο, όπου θα υπήρχαν και υγιείς δυνάμεις. Όταν με τρόπο μου πρότειναν από το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου να είμαι υποψήφιος στις ευρωεκλογές, το αρνήθηκα. Ήμουν υποψήφιος μετά με τους Οικολόγους-Πράσινους. Μάλλον έχω εκτεθεί παραπάνω απ’ ό,τι θα ήθελα. Έχω κάνει και αντιδήμαρχος Δημοτικής Αστυνομίας, για δυόμιση χρόνια, με τον Καμίνη στη δεύτερη θητεία του. Είχα ταράξει τον κόσμο στα πρόστιμα! Έπρεπε να είμαι λίγο υπέρ του πεζού, να σταματήσουν να είναι παρκαρισμένα στις διαβάσεις, ειδικά ΑμεΑ -εκεί ήταν πολύ σοβαρό το θέμα. Δεν είναι όμως μόνο τα άτομα με αναπηρία: και οι μητέρες με τα καρότσια, οι ηλικιωμένοι που πάνε στη λαϊκή…

Νόμοι υπάρχουν, απλώς δεν εφαρμόζονται. Έπρεπε απλώς να εμπνεύσεις τους δημοτικούς αστυνομικούς. Να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν είναι κατά βάση λειτούργημα, λειτουργούν για το κοινό καλό. Δεν ενδιαφέρει να κάνουν προσωπικά ρεκόρ κλήσεων: να κάνουν χρήσιμες κλήσεις, να καθαρίζουν αυτή τη βρωμιά, τα τραπεζοκαθίσματα που έχουν καταλάβει τους πεζόδρομους και δεν χωράει να περάσει η πυροσβεστική άμα πάρει φωτιά.

Θεωρείτε ότι είχατε κάποιο βαθμό επιτυχίας;

Νομίζω ότι ήμασταν σε πολύ καλό δρόμο. Υπήρχε μια συνεννόηση με τα παιδιά. Ανήκαμε σε διαφορετικές ιδεολογικές φατρίες, αλλά εν πάση περιπτώσει είχαμε συνεννοηθεί ότι αυτό που κάνουμε είναι καλό και σωστό. Αλλά με τσάντισε ο Καμίνης πολύ μετά από 2-3 αδειάσματα που μας έκανε, και παραιτήθηκα.

Στο θέατρο, στο σινεμά, η πολιτική σας θέση πώς εκφράστηκε;

Κάνω οτιδήποτε δεν προσβάλλει τις αρχές μου, είτε πολιτικές, είτε προσωπικές. Κάποιες από τις προσωπικές μας αρχές έχουν γίνει πια κοινωνικές. Παλιά, επειδή έχω παίξει στην επιθεώρηση, εάν έπεφτα σε ένα νούμερο το οποίο ειρωνευόταν την γκέι κοινότητα, δεν το έκανα. Έλεγα: αυτό προσβάλλει τις προσωπικές μου αρχές. Τώρα είναι κοινωνικό ζήτημα, οφείλεις να το κάνεις. Τότε ήταν εθελοντικό. Δεν ήθελα να το κάνω και δεν το έκανα. Αλλά με το θέατρο δεν έρχεσαι συχνά σε τέτοια διλήμματα. Η επιθεώρηση είναι μια εξαίρεση, αλλά στα υπόλοιπα δεν χρειάζεται να συγκρουστείς. Συνήθως είναι στη σωστή πλευρά των πραγμάτων. Ακόμα και τα πιο στενά πολιτικά, δηλαδή τα έργα του Μπρεχτ, δεν είναι μόνο πολιτικά. Θίγονται θέματα πολύ ευρύτερα που αφορούν την ανθρώπινη ιδιότητα: έρωτες, συγκρούσεις γενεών. Αν και είμαι με μανία κατά του ρατσισμού και άρα κατά του αντισιωνισμού, δεν θα είχα κανένα δισταγμό να παίξω τον «Έμπορο της Βενετίας», όπου ο Σαίξπηρ καταφέρεται κατά των Εβραίων -ήταν προφανώς το κλίμα της εποχής του. Δεν θα είχα πρόβλημα να το παίξω. Θα βρίσκαμε τρόπο να το κάνουμε έτσι ώστε να διαχωρίσουμε τη θέση μας από μια ατυχή επιλογή ενός τρομερά εξωγήινου συγγραφέα, του Σαίξπηρ. Γίνεται.

Θα συμφωνήσω απόλυτα. Έχω αρχίσει και τρομάζω με το κλίμα πολιτικής ορθότητας που επικρατεί, όπου αρχίζει κανείς και πρέπει να σκεφτεί αν θα ανεβάσει ένα έργο, πώς πρέπει να κόψει κομμάτια που μπορεί να ενοχλήσουν, κι ας είναι και Σαίξπηρ…

Αυτό μπορεί να είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα: τι κάνεις σε αυτή την περίπτωση; Νομίζω ότι πρέπει να διαπνέεσαι από τις εξής δύο αρχές: ότι δεν μπορεί να πειράξει κάτι τόσο κλασικό -γιατί είναι σπουδαίο έργο, οι χαρακτήρες είναι σπουδαίοι, οι διάλογοι είναι σπουδαίοι -επειδή υπάρχουν κομμάτια, τα οποία θίγουν την προσωπική σου θεώρηση για την ανθρωπότητα. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να τα πεις κάνοντας κριτική σε αυτό που λες. Το δεύτερο είναι να έχεις πάντα στο μυαλό σου ότι το θέατρο έχει αυτή την τρομακτική δύναμη: ενώ είναι κάτι το οποίο κάθε βράδυ γίνεται εκ του μηδενός και ολοκληρώνεται μέσα σε ένα δίωρο και τελειώνει, η παρακαταθήκη που θα αφήσει κάθε παράσταση θα μείνει, θα συντηρηθεί στη μνήμη των θεατών. Όχι η βιντεογραφημένη παράσταση. Παράσταση είναι αυτό που συμβαίνει κάθε βράδυ. Υπάρχουν πολύ ωραίες παραστάσεις που βιντεογραφήθηκαν ωραία, αλλά δεν είναι αυτό το θέατρο. Είναι αυτό που επαναλαμβάνεται κάθε βράδυ και είναι κάθε βράδυ κατά κάποιο τρόπο και διαφορετικό. Αυτά τα δύο αν έχεις στο μυαλό σου, νομίζω ότι μπορείς να βρεις πάντα τρόπο να προσαρμόσεις όλες τις προσωπικές σου αρχές με τρόπο που να μην προσβάλλονται. Αν προσβάλλονται οι προσωπικές μου αρχές από ένα έργο που έγραψε ο Χίτλερ στα νεανικά του χρόνια, θα έλεγα: ευχαριστώ, δεν θέλω να παίξω Χίτλερ! Αν πάλι είχε γράψει ένα ωραίο θεατρικό έργο ο Στάλιν, εμπνευσμένος από τα έργα του Τσέχωφ, ακόμα κι αν δεν ήταν καθόλου ιδεολογικά φορτισμένο, δεν θέλω να παίξω Στάλιν! Ας το παίξει κάποιος άλλος!

Συμβαίνει πού και πού στο θέατρο ο σκηνοθέτης να έχει ασυνείδητα ως πρότυπο τον Στάλιν στον τρόπο που φέρεται.

Εντάξει, δεν συμβαίνει πια, αλλά ήταν δεδομένο ότι θα υποστείς τη δικτατορία ενός σκηνοθέτη για όσο κρατάνε οι πρόβες. Ανάμεσα σε αυτούς τους δικτάτορες υπήρχαν εμπνευσμένοι και ταλαντούχοι άνθρωποι -και άλλοι που δεν ήταν ούτε εμπνευσμένοι ούτε ταλαντούχοι. Οι ηθοποιοί της δικής μου γενιάς αντιστάθηκαν σε αυτό. Το ότι σήμερα μπορεί ο ηθοποιός και λέει «με συγχωρείτε πάρα πολύ, αυτό υπερβαίνει τα όρια». «Δεν θα σας φέρω καφέ» για παράδειγμα, «δεν θα σας πλένω τα ρούχα στο ρεπό μου. Δεν θα τα πηγαίνω στο καθαριστήριο». Αυτά γίνονταν παλιά, στην εποχή μου, όχι πολύ παλιά, όχι προπολεμικά. Η δική μου γενιά όρθωσε το ανάστημα, είπε: «Μισό λεπτό. Δεν είμαι πιόνι το οποίο μετακινείς στη σκηνή. Θέλω να μου εξηγήσεις γιατί θα μετακινηθώ προς τα εκεί. Πρέπει να ξέρω -και εφόσον πρέπει να ξέρω αλλάζει η σχέση μας. Αυτό που κάνω θεωρώ ότι είναι δημιουργικό. Πρέπει να με αντιμετωπίζεις ως δημιουργικό άτομο, άρα κατά κάποιον τρόπο ισότιμα». Εγώ είμαι πολύ ανεκτικός με τους σκηνοθέτες. Παλιά τσακωνόμουν πιο πολύ, αλλά άλλαξαν οι σκηνοθέτες, δεν άλλαξα εγώ! Και όταν λέω ανεκτικός, μου προτείνουν κάτι, και η πρώτη μου αντίδραση εδώ και πολλά χρόνια είναι: «Ωραία, να το δοκιμάσουμε». Αισθάνομαι ότι αυτό που μου προτείνει είναι λάθος, αλλά μπορεί να κάνω λάθος εγώ εν τέλει. Να το δοκιμάσουμε και θα δούμε. Ο τρόπος να σε αφήσουν να κάνεις τη δουλειά σου είναι να μπορέσεις να τους πείσεις ότι αυτό που κάνεις είναι δημιουργικό, σωστό και δεν συγκρούεται με αυτό που έχουν στο μυαλό τους για το ανέβασμα του έργου. «Είναι μέσα στο όραμά σου, αλλά δες κι αυτή την εκδοχή που σου προτείνω». Αν το κάνεις καλά, θα το δεχτούν πάντα. Ποτέ δεν μου έχει τύχει το αντίθετο, να μου πουν «Έχεις δίκιο ρε γαμώτο. Είναι πολύ ωραίο, αλλά δεν θέλω αυτό». Όταν τους προτείνω κάτι με σεβασμό σε αυτό που έχω καταλάβει ότι σκέφτονται για το έργο, το δέχονται μια χαρά. Δεν υπάρχει πρόβλημα.

Ας έρθουμε και στο «Τάο».

Το έργο αυτό είναι θαυμάσιο. Το έγραψε ο γιος μου ο Γιώργος. Δεν είχαμε παίξει ποτέ μαζί, και μου λέει: «Να γράψω μια ταινία να παίξουμε μαζί;». Λέω: εννοείται! Του έβγαινε με πολύ διάλογο. Μου έστειλε κάποιες σελίδες. Λέει: «Μάλλον θεατρικό πάει να βγει», και του είπα, «Μην το παρατήσεις στη μέση, τελείωσέ το». Σε ένα μήνα γράφτηκε.

Τόσο γρήγορα!

Ναι, γιατί έχει πολύ προσωπικά πράγματα του Γιώργου, αυτό που λέμε αυτοβιογραφικά, αν και ο όρος είναι λίγο χαχόλικος, χωράει πολλά πράγματα. Αυτοβιογραφικό είναι αυτό που αναλογίζεσαι για τη ζωή σου, όχι για γεγονότα που σου έχουν συμβεί αναγκαστικά. Βιογραφείς τον εαυτό σου πνευματικά. Λες: τι έγινε, ποιος είμαι, από πού έρχομαι; Και έχει ένα θαυμάσιο εύρημα. Είναι μια σύγκρουση γενεών και εξουσιών -και οικονομική σύγκρουση, γιατί υπάρχουν λεφτά στη μέση. Θα μπορούσε να συμβαίνει ανάμεσα σε έναν πατέρα και ένα γιο που είναι επιχειρηματίες ή έχουν ταβέρνα ή οτιδήποτε άλλο. Έχει την ιδιομορφία ότι συμβαίνει στον κόσμο της νύχτας -είναι γκάνγκστερς- το οποίο του δίνει μια ανατριχιαστική αίσθηση κωμωδίας. Αυτά που λέγονται ξέρουμε ότι συμβαίνουν –στη Νέα Σμύρνη μπήκε ο άλλος, πυροβόλησε επτά φορές και σκότωσε δύο- αλλά δεν συμβαίνουν στον δικό μας κόσμο. Όταν λοιπόν βλέπεις να συγκρούονται πατέρας και γιος σε αυτό το πλαίσιο, με τα πιστόλια τους, με τα όλα τους, έχει μια αίσθηση κωμωδίας. Σκληρής, άγριας, ανατριχιαστικής, αλλά κωμωδίας. Ένας Άμλετ είναι το έργο: είναι ο γιος που θέλει να κληρονομήσει τον θρόνο της νύχτας, και υπάρχει και ο σφετεριστής που είναι η Νέμεση για πατέρα και γιο. Συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο μπροστά μας. Είναι μιάμιση ώρα από τη ζωή τριών ανθρώπων.

Όταν κάποιος έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε ανθρώπους που κάνουν Τέχνη όπως ο Γιώργος, είναι αναπόφευκτο να πάρει αυτόν τον δρόμο;

Όχι, γιατί ο άλλος μου γιος, ο Σπύρος, που είναι 23 ετών, μόλις τελείωσε το Πάντειο, και είναι κι η μητέρα του ηθοποιός, δεν έχει δείξει κάποιο ενδιαφέρον. Άλλα πράγματα σκέφτεται: το μεταπτυχιακό του. Εγώ είχα μεγάλο στρες και αμηχανία όταν πήγα να δω τον Γιώργο στις εξετάσεις στη σχολή στο δεύτερο έτος. Όταν είδα πώς παίζει, που δεν έχει καμία σχέση με αυτό που κάνω εγώ, ησύχασα, αγαλλίασα, ανακουφίστηκα. Ήταν κάτι άλλο και ήταν καλό, οπότε μια χαρά. Το δύσκολο είναι όταν δεις ότι δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά. Εκεί τι κάνεις; Αυτό θα ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή. Το αποφύγαμε. Την γλιτώσαμε. Επίσης, η μητέρα του Γιώργου είναι δικηγόρος. Δεν έχει σχέση με το επάγγελμα.

Έχετε μια πορεία μακρά στην οποία έχετε κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει κάτι τα οποίο θέλετε και δεν έχετε κάνει ακόμα;

Κατά καιρούς έχεις πολλές επιθυμίες. Κάποια εντάσσονται σε αυτό που λέει πολύ ωραία ο Ελύτης σε εκείνο το ποίημα που έχει κάνει τραγούδι ο Παπαδημητρίου: άλλα πράγματα ήθελα να κάνω, αλλά τώρα στου δρόμου τα μισά, να που δεν τα έκανα… Εγώ έχω πιο ψύχραιμη στάση από τον Ελύτη! Λέω: αυτό πρέπει να κάνεις, συνέχεια να έχεις όνειρα και σχέδια και φιλοδοξίες, αλλά να είσαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να τα κάνεις όλα. Και σε αυτά που έγιναν έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο τυχαία γεγονότα: έτυχε να τα θέλουν και άλλοι, έτυχε να βρεθεί ένας παραγωγός που να ενδιαφέρεται, έτυχε το ένα, το άλλο… Η τύχη, όχι με την έννοια της καλής τύχης, αλλά του τυχαίου γεγονότος, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή μας. Είναι το ξυράφι που κόβει όλα αυτά που δεν θα γίνουν ποτέ. Όλοι ονειρευόμαστε να κάνουμε πολύ περισσότερα από αυτά που κάναμε. Έτσι κι εγώ.

Τελευταία αισθάνομαι ένα γινάτι γιατί πρότεινα κάτι που το ήθελα πολύ. Ένα από τα ινδάλματά μου σε αυτή τη ζωή είναι ο Όρσον Γουέλς, και έχει κάνει μια ιδιοφυή διασκευή ενός βιβλίου-ογκόλιθου στην παγκόσμια λογοτεχνία, του «Μόμπι Ντικ», μια δίωρη διασκευή για θέατρο, χωρίς σκηνικά, χωρίς μεγάλη άσπρη φάλαινα ή καράβι στη σκηνή. Το πρότεινα στο Εθνικό γιατί μόνο εκεί μπορεί να γίνει, και λίγο-πολύ με έφτυσαν κατάμουτρα και είμαι εκνευρισμένος. Όχι λόγω της επετηρίδας, ότι 50 χρόνια δεν έχω δουλέψει ποτέ για κρατική σκηνή και θα έπρεπε. Είναι ότι τους πρότεινα το «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ σε διασκευή Όρσον Γουέλς! Και θα έπαιζα τον καπετάνιο Αχαάβ, τον πρωταγωνιστικό. Τι άλλο θέλετε; Τι άλλο πρέπει να κάνω για να δεχτείτε μια πρόταση; Πείτε μου! Έχω πάρει μια προφορική απάντηση ότι «δεν εμπίπτει στον προγραμματισμό μας». Δεν έχω πάρει μια τεκμηριωμένη απάντηση από ανθρώπους που πληρώνονται για να κάνουν αυτή τη δουλειά, τους υπεύθυνους δραματολογίου, τον καλλιτεχνικό διευθυντή. Μια γραπτή απάντηση που να λέει: «ένα, δύο, τρία. Γι’ αυτούς τους λόγους δεν το θέλουμε». Περιμένω να έρθει.

Info παράστασης:

Τάο | Θέατρο Επί Κολωνώ

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.