Ένας αποχαιρετισμός πάντα φέρνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Όχι επειδή τελείωσε, αλλά επειδή έρχεται μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι αυτό που έζησες δεν θα επαναληφθεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πέρασε και πλέον κατοικεί στα ημερολόγια της μνήμης μας. Όσοι το ζήσαμε, έστω και για λίγες ημέρες, γυρίζουμε πίσω γεμάτοι εικόνες, κουβέντες, συναντήσεις, εκείνα τα μικρά, σχεδόν αδιόρατα, που συνθέτουν την ανθρώπινη εμπειρία σου. Το κουβαλάμε ακόμη μέσα μας σαν μικρό φωτάκι, σαν ένα ψίθυρο σε έναν διάδρομο προβολής, σαν μια φωνή που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά, σαν ένα μυστήριο βλέμμα που έδωσε ζωή σε κάτι που έμοιαζε μουδιασμένο.
Μέσα σε κρίσεις που αλλάζουν το τοπίο γύρω μας και τις συνήθειες της θέασης, το Φεστιβάλ παραμένει ένα ζωντανό σώμα. Δεν διεκδικεί βεβαιότητες, δεν έχει αυτάρκεια. Ανοίγεται, ρισκάρει, δίνει χώρο. Κοιτάζει τον κινηματογράφο ως τρόπο να συναντηθούμε. Να μιλήσουμε, να συγκρουστούμε, να σιωπήσουμε μαζί. Σε μια χρονική στιγμή που όλα γύρω μας δοκιμάζονται, πολιτική, περιβάλλον, οικονομίες, τρόποι ζωής, η Θεσσαλονίκη κρατά στα χέρια της χρόνια τώρα, κάτι ζωντανό, κάτι που πάλλεται διαρκώς. Το Φεστιβάλ παραμένει ανοιχτό, τολμηρό, περιπλανώμενο ανάμεσα σε εποχές. Δεν επαναπαύεται. Αλλάζει ρυθμούς, διευρύνει το βλέμμα του, συνομιλεί με το τώρα χωρίς να χάνει την ιστορία του.
Στην έκθεση Ανατροπή (η επιστημονική φαντασία σαν αλλαγή)/ Plot Twist (the science fiction change), γραμμένη σε έναν λευκό τοίχο, στεκόταν η φράση της Ούρσουλα Λε Γκεν: «Δεν πιστεύω ότι έχουμε δικαίωμα στην υπακοή. Έχουμε ευθύνη στην ελευθερία. Ιδίως στην ελευθερία του λόγου». Την διάβασα και αισθάνθηκα ρίγος, υπενθύμιση ότι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε μια εικόνα, το βλέμμα που εστιάζει ένας δημιουργός αλλά και ένας θεατής είναι πράξη, πράξη βαθιά πολιτική. Ότι η αφήγηση είναι επιλογή. Ότι η φωνή, όταν υψώνεται, ρισκάρει. Ρισκάρει να αφήσει πίσω κομμάτια, να διαλύσει, να ταρακουνήσει. Και ότι κάθε πραγματική συνάντηση με την τέχνη απαιτεί να είσαι λίγο πιο εκτεθειμένος, να αφήνεσαι στον πιο φθαρτό και αδύναμο εαυτό σου να σε παρασύρει, να γλιστρήσει μέσα σου και να σε εκπλήξει ή να σε απειλήσει. Σε κάθε περίπτωση να σε ταρακουνήσει.
Αυτό είναι το βαθύτερο αποτύπωμα του φετινού φεστιβάλ για μένα. Μια αποκάλυψη με τον πιο ίσως δημιουργικό τρόπο πως η ευθραυστότητα δεν είναι αδυναμία. Είναι τρόπος να παραμείνεις ανοιχτός στον κόσμο. Αυτή είναι η φράση άξονας της φεστιβαλικής εμπειρίας μου φέτος. Κι ίσως τελικά και ο λόγος που εξακολουθούμε να συγκεντρωνόμαστε σε σκοτεινές αίθουσες, να κοιτάμε μαζί την ίδια οθόνη, να ψάχνουμε την κοινή ανάσα, και κάπου, κάπως, να συγχρονιζόμαστε.


Σε πρώτο πλάνο οι ανθρώπινες ιστορίες και τα πρόσωπα της δύναμης
Στην προβολή του Frankie από τον Ira Sachs, μια ταινία που στο σύνολό της άφησε ένα ανεπαίσθητο ίχνος, η Ιζαμπέλ Ιπέρ, επίσημη καλεσμένη της φετινής διοργάνωσης, στέκεται χέρι με χέρι με την ηρωίδα της σαν λεπτή κλωστή που κρατάει όλο το υφάδι. Δεν παίζει. Υπάρχει. Με ήρεμη οξύτητα, με μια ταπεινή αρχοντιά απέναντι στον πόνο που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.
Είναι εύθραυστη όπως ένα λεπτό γυαλί που, ενώ ξέρεις πως μπορεί να σπάσει, επιλέγει να μην σπάσει. Αυτό είναι που συγκλονίζει. Γιατί σε εκείνη τη σκοτεινή αίθουσα κατάλαβα πως η ευθραυστότητα δεν είναι κατάρρευση. Είναι αντίσταση. Είναι δύναμη. Είναι να στέκεσαι ακίνητος την ίδια στιγμή που όλα γύρω σου μοιάζουν να χάνονται. Αυτή η σιωπηλή αντίσταση με ακολούθησε σε κάθε επόμενη προβολή. Στον κατάλογο Fragilities ο Ορέστης Ανδρεαδάκης ανακαλεί την ιαπωνική τέχνη του κιντσούγκι, όπου ένα σπασμένο αντικείμενο κολλιέται χρησιμοποιώντας χρυσό στις ρωγμές του. Έτσι γίνεται πιο πολύτιμο, όχι παρά τη ζημιά, αλλά χάρη σε αυτήν. «Η ευθραυστότητα, αυτό το ιδιότυπο κράμα απλότητας και κινδύνου, δεν είναι αδυναμία. Είναι επίγνωση της παροδικότητας. Είναι η στιγμή που ξεφεύγει από τον χρόνο και μένει, σιωπηλή, πάνω στο φωτοευαίσθητο φιλμ».


Κι από τη σιωπηλή ευθραυστότητα της Ιπέρ, πέρασα σε μια ταινία όπου η φωνή διεκδικεί δυναμικά την ίδια της την ύπαρξη. Χίλια και ένα καρέ της Μεχρνούς Αλιά. Μια σειρά από γυναίκες που διεκδικούν τον ρόλο της Σεχραζάντ. Στην αρχή όλα μοιάζουν οικεία: φως, κάμερα, δοκιμές. Ύστερα, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Οι ερωτήσεις γίνονται πιο προσωπικές, η κάμερα δεν παρατηρεί. Κυριαρχεί. Πολύ σύντομα καταλαβαίνεις ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι μια οντισιόν, αλλά η αναπαράσταση ενός συστήματος εξουσίας. Ένα δωμάτιο όπου η γυναίκα καλείται να “δώσει λίγο ακόμα”, να αποδείξει, να αντέξει, να παραμείνει ευγενική ενώ κάτι μέσα της κοπάζει. Η ταινία σου σφίγγει το στομάχι. Σκέφτεσαι πόσες φορές έχουμε δει αυτό το δωμάτιο, στη ζωή, στην τέχνη, στις σχέσεις, στη δουλειά. Πόσες φορές η ιστορία γράφτηκε από κάποιον που βρισκόταν πίσω από την κάμερα, ποτέ μπροστά της.
Η παρουσία ενός αόρατου σκηνοθέτη είναι ένα σημαντικό θέμα εδώ. Αυτός ο άντρας που καθορίζει όχι μόνο τι θα ειπωθεί, αλλά πώς «πρέπει» να υπάρξει κάποιος για να ακουστεί. Εκεί, για μένα, έδεσε με τη φράση της Ούρσουλα Λε Γκεν: η ελευθερία του λόγου δεν είναι δεδομένη. Είναι κάτι που πρέπει να διεκδικήσεις με κόστος. Με σώμα. Η ταινία κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μεγάλου Μήκους «Χρυσός Αλέξανδρος» στο διαγωνιστικό τμήμα >>Film Forward.

Βγαίνω για λίγο έξω. Έχω ανάγκη από αέρα. Να περπατήσω χωρίς προορισμό. Η Θεσσαλονίκη ανοίγεται μπροστά μου σαν μωσαϊκό: μυρωδιές από ανατολίτικα μπαχαρικά και φρέσκο καφέ, παρέες που γελούν, άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν, άλλοι που ρίζωσαν εδώ από τύχη, ανάγκη ή έρωτα. Μια πόλη-σταυροδρόμι. Ένας τόπος που ξέρει καλά τι σημαίνει να είσαι ξένος και ταυτόχρονα να βρίσκεις χώρο να σταθείς. Το να ανήκεις κάπου δεν είναι ποτέ αυτονόητο. Είναι κάτι που χτίζεται αργά. Με κόπο. Με μνήμη. Με απώλειες.
Με αυτή την σκέψη θα μπω και στην επόμενη προβολή και στο διαμέρισμα του Βερολίνου. Το Maysoon της Νάνσυ Μπινιαδάκη μιλάει ακριβώς για αυτό: για την ξενιτιά. Για μια γυναίκα που αγωνίζεται να κρατήσει τη ζωή της ενωμένη, να μην χαθεί ξανά. Στο Maysoon της Νάνσυ Μπινιαδάκη, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την Αραβική Άνοιξη, η Μαϊσούν ζει στο Βερολίνο με τον σύντροφό της Τόμπι και τα δύο τους παιδιά. Στην επιφάνεια, η ζωή μοιάζει ήρεμη, σταθερή, σχεδόν φωτεινή. Ένα σπίτι, μια οικογένεια, ένας ρυθμός που χτίστηκε βήμα-βήμα. Όμως όταν μνήμες από το παρελθόν και μια απρόσμενη απειλή για το πολιτικό της καθεστώς επανέρχονται, η ισορροπία αρχίζει να τρέμει. Ο φόβος της απώλειας επιστρέφει: οικογένεια, αγάπη, ελευθερία. Όλα όσα κερδήθηκαν με κόπο, μπορεί ξανά να χαθούν.

Η ταινία παρακολουθεί τη Μαϊσούν καθώς αγωνίζεται για κάτι που συχνά θεωρούμε δεδομένο: το δικαίωμα να ανήκεις. Να σε βλέπουν ως γυναίκα και ως πολίτη. Να κουβαλάς την ιστορία σου χωρίς να χρειάζεται να τη διαγράψεις για να επιβιώσεις. «Σας ευχαριστώ γι’ αυτό το υπέροχο βραβείο. Η Σαμπρίνα έφυγε δυστυχώς χθες από τη Θεσσαλονίκη. Μου έστειλε όμως κάτι για να σας το διαβάσω: “Η Μαϊσούν δεν ήταν μόνη της σ’ αυτό το ταξίδι καθώς κουβαλούσε την αλήθεια μαζί της. Το να πω αυτή την ιστορία ήταν μεγάλη ευθύνη. Νιώθω περήφανη γιατί αυτό το φιλμ είχε καθαρή και γενναία σκηνοθεσία. Ευχαριστώ το συνεργείο που χειρίστηκε αυτή την εύθραυστη και παράλληλα τόσο ισχυρή ιστορία με τόση τρυφερότητα, ένιωσα πραγματικά πολύ προστατευμένη. Αυτό το βραβείο σημαίνει πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορώ να εκφράσω. Ευχαριστώ βαθιά όσους είδαν αυτή την ταινία”. Εγώ, ως σκηνοθέτις, θέλω να ευχαριστήσω τη Σαμπρίνα για την τρομερή ερμηνεία της, γιατί ανέλαβε αυτόν τον χαρακτήρα που έγραψα και κουβάλησε όλη την ιστορία. Μας παρέσυρε σ’ αυτό το απίθανο rollercoaster και την ευχαριστώ», μοιράστηκε η Νάνσυ Μπινιαδάκη όταν ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού για το Διεθνές Διαγωνιστικό που απονεμήθηκε στη Σαμπρίνα Αμάλι.
Και μέσα στις ελληνικές συμμετοχές, δύο ταινίες στάθηκαν για μένα ως σημεία συντονισμού με την εποχή: η Αρκουδότρυπα και το Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ. Και οι δύο κουβαλούν κάτι που δεν αφορά μόνο την ιστορία τους, αλλά την αίσθηση του να μεγαλώνεις και να διαμορφώνεσαι σε έναν κόσμο όπου ταυτότητα, επιθυμία και οικογενειακή μνήμη διαπλέκονται. Στην Αρκουδότρυπα των Χρυσιάννας Παπαδάκη & Στέργιου Ντινόπουλου η ενηλικίωση γίνεται μέσα από μια άγρια, σχεδόν άναρχη ανάγκη για αναμέτρηση με το σώμα και το βλέμμα του άλλου. Στο Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ του Γιώργου Γεωργόπουλου, η γυναικεία φιλία, η τρυφερότητα και η αυτογνωσία πρωταγωνιστούν με τρόπο καθαρό και ειλικρινή.



Δεύτερο πλάνο: Οι μεγάλες ανατροπές σε ένα αφιέρωμα και μια έκθεση
Το μεγάλο αφιέρωμα της φετινής διοργάνωσης είχε τον τίτλο Plot Twist, Beyond the Sixth Sense. Όχι ένα αφιέρωμα στις διάσημες ανατροπές που όλοι θυμόμαστε, αλλά στο πώς λειτουργεί η αλλαγή πορείας μέσα στην αφήγηση, όταν δεν δηλώνεται, αλλά συμβαίνει μέσα σου. Την επιλογή των ταινιών ανέλαβε η Μύριαμ Μπεν Σαλά, επιμελήτρια τέχνης και διευθύντρια του The Renaissance Society στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, η οποία ετοιμάζει και την επιμέλεια του περιπτέρου της Γαλλίας στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2026. Το αφιέρωμα συγκέντρωσε δεκατέσσερις σπάνιες και λιγότερο προβεβλημένες ταινίες, από το 1976 έως το 2025, ταινίες που κοιτούν την ανατροπή όχι ως τεχνική κορύφωση, αλλά ως μετατόπιση συνείδησης.
Στο MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, άνοιξε η έκθεση «Ανατροπή (η επιστημονική φαντασία σαν αλλαγή / Plot Twist: the science fiction change)», η οποία αποτελεί το εναρκτήριο μέρος της Μπιενάλε 9. Μια έκθεση που δεν κοιτάζει το μέλλον μέσα από φαντασμαγορικά οράματα, αλλά μέσα από αυτό που έχει ήδη χαθεί. Από την προσμονή που έγινε σκιά. Από την ουτοπία που έμεινε στη μέση. Στο επίκεντρο βρίσκεται το νέο έργο της ομάδας Errands, U.F.O. Lost in HEAVEN (2025) – The Journey of a Forgotten Future. Μια επιστροφή στο TRANSPORTING UTOPIA, την ιστορία εκείνου του «σπιτιού-ούφο» που κάποτε βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο Λουτράκι, αγοράστηκε για ένα ευρώ και μεταφέρθηκε κομμάτι-κομμάτι στον Φλοίσβο.





Μία από τις ελάχιστες σωζόμενες κατοικίες από fiberglass που είχε οραματιστεί ο αρχιτέκτονας Νικόλαος Ξάστερος τη δεκαετία του ’70 όταν πίστευε πως το μέλλον θα είναι φορητό και κοινόχρηστο, πως θα μπορούσαμε να ζούμε ελαφριά, χωρίς ιδιοκτησία, με την ουτοπία ως καθημερινότητα. Η ομάδα Errands ανέσυρε αυτή τη χαμένη ουτοπία από την αφάνεια πριν χρόνια, μετέφερε το σπίτι-ούφο από το Λουτράκι στον Φλοίσβο, του έδωσε ξανά σχήμα και παρουσία. Κι ύστερα, ξαφνικά, το ούφο εξαφανίστηκε. Κανείς δεν είδε, κανείς δεν ξέρει. Σαν κάτι που χάθηκε για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά οριστικά. Χωρίς κανένα ίχνος. Μια ιστορία για το τι κάνουμε με τα οράματά μας όταν δεν προλαβαίνουν να γίνουν ζωή.
Στην Μπιενάλε 9, η Errands επιστρέφει σε αυτή τη διαδρομή, ακολουθώντας το νήμα από το όραμα στην εγκατάλειψη, από τη διάσωση στην εξαφάνιση, και από εκεί στη μετέπειτα φετιχοποίηση του ίδιου αντικειμένου. Πώς κάτι που κάποτε θεωρήθηκε άχρηστο, σήμερα αντιμετωπίζεται ως «εξωτικό» συλλεκτικό τεχνούργημα; Πώς το μέλλον μετατρέπεται σε μνήμη και η μνήμη σε εμπόρευμα; Το ερώτημα μένει ανοιχτό.
Στην ίδια έκθεση, τα έργα του Κώστα Σφήκα έρχονται σαν άλλη διαδρομή ανατροπής: ένας κινηματογράφος που στρέφεται ενάντια στη συνήθεια, στην παθητική θέαση, στο «μάτι που καταναλώνει εικόνες». Οι ταινίες του Σφήκα, αινιγματικές, απόλυτα σουρεαλιστικές νομίζω πως σήμερα μοιάζουν πιο ζωντανές από ποτέ: αποδομούν την ίδια την ιδέα της αναπαράστασης, το πώς βλέπουμε και τι πιστεύουμε ότι βλέπουμε.
Φεύγω από την έκθεση για την επόμενη προβολή μου, για την επόμενη σκοτεινή αίθουσα. Κάθε φορά, λίγο πριν αρχίσει μια προβολή, εκτός από τις μικρού μήκους animation που δημιούργησαν ο Στέφανος Ρόκος και ο Φωκίων Ξένος, σε μουσική του Jim Sclavunos, προβαλλόταν και ένα μικρό σποτ υπόμνηση για τη μικρή, σχεδόν ανύπαρκτη κρατική χρηματοδότηση του ελληνικού κινηματογράφου. Μια φράση που επανερχόταν ως ερώτημα: Πώς συνεχίζεται ένα σινεμά χωρίς σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια του; Θυμήθηκα τότε τα λόγια του Γιώργου Τσεμπερόπουλου στο masterclass «Ο σκηνοθέτης στον ρόλο της μαμής». Είπε: «Ίσως το δυσκολότερο κομμάτι στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας αφορά τα όσα έπονται της προβολής. Δεν χρηματοδοτούνται σωστά οι ταινίες και καταλήγεις να έχεις ανάγκη όλους τους γύρω. Έχετε μπροστά σας έναν σκηνοθέτη που έχει κάνει ταινίες που πήγαν καλά στα ταμεία, κι όμως δεν μπορώ ούτε κατά διάνοια να ζήσω οικονομικά από αυτές».
Δεν το είπε με πικρία. Το είπε με διαύγεια. Με τη νηφαλιότητα ενός ανθρώπου που ξέρει τι σημαίνει να συνεχίζεις επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Το ελληνικό σινεμά δεν υπάρχει χάρη στις συνθήκες. Υπάρχει κόντρα στις συνθήκες. Υπάρχει επειδή κάποιοι επιμένουν να πουν ιστορίες, ακόμη κι όταν το έδαφος είναι σαθρό, ακόμη κι όταν οι ρωγμές είναι παντού. Δεν είναι θαύμα. Είναι ευθραυστότητα ως επιμονή. Και αυτή η επιμονή είναι, μάλλον η πιο δυνατή φωνή που έχουμε.


