Το έργο αποτελεί ένα ταξίδι στις αισθήσεις. Ένα ταξίδι που ξεκινά για τον Guy de Maupassant, κεντρικό ήρωα της παράστασης, με αφορμή μια φράση του Μοντεσκιέ: «Ένα όργανο αίσθησης περισσότερο, ένα λιγότερο να περιείχε ο οργανισμός μας και θα είχαμε μια εντελώς άλλη αντίληψη του κόσμου»… μια «άλλη αίσθηση» της πραγματικότητας… Μέσα από έξι στάσεις σε έξι φανταστικές-μεταφυσικές ιστορίες, ο ήρωας βιώνει τον τρόμο, τον έρωτα, την υπαρξιακή αγωνία και την τρέλα. Κάθε ιστορία συνδέεται με μια από τις αισθήσεις μας και εκφράζεται μέσα από μια μορφή τέχνης (ζωγραφική, φωτογραφία, θέατρο, γλυπτική, χορό και video art). Όλες τις ιστορίες μεταξύ τους ενώνει μια έβδομη ιστορία που μας οδηγεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας εντελώς καινούργιας αίσθησης, τελείως ανεξιχνίαστης.

Το σκηνικό της παράστασης αποτελείται από έξι αυτόνομους εικαστικούς χώρους, που συνθέτουν ένα ενιαίο περιβάλλον, όπου αντίστοιχοι παραστατικοί και εικαστικοί καλλιτέχνες παρουσιάζουν τα έργα τους. Το περιβάλλον αυτό, που δημιουργεί και επιμελείται ο Μανόλης Παντελιδάκης, αποτελεί το χάρτη του κεντρικού ήρωα Guy de Maupassant αλλά και του ίδιου του θεατή, για να πραγματοποιήσουν μαζί ένα ταξίδι στις αισθήσεις και στις τέχνες.

«Η άλλη αίσθηση» ως εικαστικό θεατρικό δρώμενο οδηγεί το θεατή από χώρο σε χώρο, για να παρακολουθήσει την εξέλιξη της παράστασης αλλά και να ανακαλύψει τα κομμάτια του ενιαίου εικαστικού περιβάλλοντος που φαντασιακά αποτελεί το σπίτι-μυαλό του Guy de Maupassant. Η ομάδα naan διερευνά τη συνεύρεση όλων των Τεχνών μέσα σε μια θεατρική πραγματικότητα, με στόχο τη δημιουργία εικαστικών θεατρικών παραστάσεων.

Guy de Maupassant

Γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1850 στον Πύργο του Μιρομενίλ, κοντά στη Ντιέπ. Το 1856 γεννιέται ο αδελφός του Ερβέ και οι γονείς του χωρίζουν. Η κ. ντε Μοπασάν εγκαθίσταται στο Ετρετά, παραθαλάσσια πόλη της Μάγχης, με τα δυο παιδιά της. Προσπαθεί πολλές φορές να αυτοκτονήσει, κάποτε μάλιστα δένοντας γύρω από το λαιμό της τις μακριές της πλεξίδες. Πρόκειται για μια γυναίκα πολύ καλλιεργημένη, στενή φίλη του Φλομπέρ, νευρασθενική, που μισεί το φως και παίρνει διάφορα καταπραϋντικά. Αυτή σταλάζει στην ψυχή του Μοπασάν την αγάπη για την τέχνη του λόγου, με την κρυφή ελπίδα ο γιος της να γίνει συγγραφέας.

Ο Μοπασάν λατρεύει το υγρό στοιχείο. Η απατηλή σαγήνη του νερού, η αίσθηση της αδιάλειπτης κίνησης, του κινδύνου και της ελευθερίας μαγνητίζουν τον ατίθασο και παράτολμο χαρακτήρα του

Όντας έφηβος, σώζει από πνιγμό τον Άγγλο ποιητή Σουίνμπορν, που μένει στην Ετρετά με κάποιον ιδιόρρυθμο φίλο του. Φήμες κυκλοφορούν στην περιοχή για τα δυο αυτά περίεργα πρόσωπα: λένε ότι παίρνουν όπιο και επιδίδονται σε όργια. Οι δύο νέοι καλούν στο σπίτι τους το δεκαεξάχρονο Γκι για να τον ευχαριστήσουν και εκείνος βρίσκεται τότε μπροστά σε ένα νοσηρό, μακάβριο και διεστραμμένο κόσμο που ασκεί επάνω του μια έλξη εξαιρετικά ισχυρή.

Το 1863 ο Μοπασάν εισάγεται στο εκκλησιαστικό ίδρυμα Ιβετό. Το 1870 φεύγει για το μέτωπο στο γαλλογερμανικό πόλεμο. Το 1872 αρχίζει να εργάζεται στο υπουργείο Ναυτικών και να ασχολείται πιο συστηματικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Φλομπέρ. Η γνωριμία του με τον Φλομπέρ, ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια, θα τον σφραγίσει ανεξίτηλα.

Ο Φλομπέρ τον θεωρεί πνευματικό του παιδί. Περνά τις διακοπές του με σκληρή σωματική άσκηση και κωπηλασία στο Σικουάνα. Το 1877 παρουσιάζονται τα πρώτα προβλήματα υγείας, ενώ ήδη έχει αρχίσει να δημοσιεύει έργα του και να συμμετέχει σε ομάδες λογοτεχνών. Το 1879 αποσπάται χάρη στο Φλομπέρ στο υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης, από όπου παραιτείται μετά το θάνατο του Φλομπέρ, στις 8 Μαΐου 1880. 

Με τα ίδια του τα χέρια φορά στο δάσκαλό του τη στερνή του αμφίεση και λέει στους φίλους του: «Μακάρι να ήμουν νεκρός αν ήξερα ότι κάποιος με σκέφτεται όπως σκέφτομαι εγώ εκείνον». Από τότε ο άλλοτε ασύδοτος ηδονιστής που αμελούσε τη συγγραφή για την κωπηλασία, τη σκοποβολή και τις παρέες, επιδίδεται πλέον σαν μεθυσμένος στο γράψιμο.

Ταξιδεύει στην Κορσική, στην Αλγερία, στη Βρετάνη, στην Ιταλία, στη Σικελία, στην Αγγλία, στη Βόρεια Αφρική, στο Μαρόκο, στην Τυνησία κ.α. Από το 1884 αρχίζουν να εμφανίζονται οι νευροψυχικές διαταραχές. Η τελευταία περίοδος της ζωής του σφραγίζεται και από μια μυστηριώδη γυναίκα την «κυρία με τα γκρίζα», ένα πλάσμα που τον καταδιώκει ή τον εκβιάζει για άγνωστους λόγους, ένα πρόσωπο που παραμένει στο σκοτάδι και που ο συγγραφέας φοβάται και αποφεύγει σαν βρικόλακα, σαν ένα μαύρο προμήνυμα του φοβερού τέλους που τον περιμένει.

Το 1887 ο αδελφός του παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα σχιζοφρένειας, το 1889 κλείνεται σε άσυλο φρενοβλαβών όπου και πεθαίνει. Από το 1891 η κατάσταση της υγείας του Μοπασάν γίνεται πολύ ανησυχητική και την 1η Ιανουαρίου 1892 αποπειράται να αυτοκτονήσει στις Κάννες

Στις 6 του ίδιου μήνα μπαίνει στην κλινική του δόκτορα Μπανς στο Πασί. Δεν πρόκειται ποτέ να ξαναβγεί. Στις 6 Ιουλίου 1893, σε ηλικία 43 ετών, πεθαίνει σύμφωνα με το ιατρικό δελτίο από σύφιλη νευροτροπικής μορφής. Η ταφή του γίνεται στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Πίσω από την κοινωνική εικόνα του φτασμένου συγγραφέα, που πουλά χιλιάδες αντίτυπα, που μένει σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα, που έχει δική του έπαυλη και κότερο, ταξιδεύοντας με αυτό αδιάκοπα σε όλη τη Μεσόγειο, που η ζωή του είναι ξέφρενη, ηδονική και σκανδαλώδης, που συχνάζει στα πιο φημισμένα κοσμικά σαλόνια, που προκαλεί χίλιες δυο σκαμπρόζικες φάρσες, που σπέρνει νόθα, που κάνει σπορ και που λατρεύει τη φύση, κρύβεται μια άλλη εικόνα απελπιστικά οδυνηρή: η αϋπνία, οι νευρικές διαταραχές, οι πονοκέφαλοι που πριονίζουν τα φρένα, η εξάντληση, η παροδική τύφλωση, ο αιθέρας, τα ηρεμιστικά, οι νευρολόγοι, τα ελβετικά θεραπευτήρια, η δεσποτική μητέρα, που τον ελέγχει αθέατη και τον κατευθύνει, η σύγχυση του νου, η απέραντη μοναξιά, η απόγνωση, ο κόσμος της παράνοιας.

Ο Πουπουλένιος
ΕΥΡΥΔΙΚΗ