Καταρχάς, Αλέξανδρε, πώς αποφάσισες να κάνεις μια θεατρική παράσταση, μεταπηδώντας από τον κινηματογράφο και τη μουσική; Σε δυσκόλεψε η όλη διαδικασία;

 

Πάντα ήθελα να κάνω θέατρο, δεν ήθελα να βλέπω θέατρο(γέλια) Είχα σκεφτεί κατά καιρούς κάποια πράγματα και όταν μου το πρότειναν τα παιδιά, το είδα σαν μια ευκαιρία να κάνω κάτι επιτέλους στο θέατρο. Με δυσκόλεψε κάπως γιατί πήρα κάποιες αποφάσεις πριν αρχίσω τις πρόβες: να μην ξαναδιαβάσω το βιβλίο, να μη δω καμιά παράσταση και να μην μπω στη διαδικασία να  παίρνω ιδέες από άλλα πράγματα. Οι  συναυλίες  έχουν μια σχέση με το θέατρο λόγω της άμεσης επαφής με το κοινό.  Είδα  την όλη διαδικασία σαν να είναι το πρώτο πράγμα που κάνω. Έπαιξα με κάποια πράγματα σαν να τα ανακαλύπτω από την αρχή.

 

Αν σου έλεγε κάποιος να διαλέξεις τώρα ανάμεσα στο σινεμά και το θέατρο, τι θα επέλεγες;

 

Το σινεμά σίγουρα είναι πιο κοντά σε μενα. Η τέχνη είναι έκφραση, όλα τα  αλλά είναι εργαλεία, άλλος ξέρει να χρησιμοποιεί το σώμα του, άλλος μια κάμερα, άλλος ένα όργανο. Εμένα τα εργαλεία του σινεμά μού  είναι πιο οικεία. Όπως κάποιος προτιμάει να μαγειρεύει στην κατσαρόλα απ’ ό,τι στο τηγάνι. Έχω μεγαλώσει με αυτά, όχι λόγω του πατέρα μου τόσο, όσο λόγω της γενιάς μου. Νομίζω ότι το θέατρο  είναι μια γλώσσα πριν από το σινεμά, έχει κάτι το σπαρτιάτικο. Υπάρχουν τρόποι να την ανανεώσεις, αλλά ασχολούμενος με αυτό έβλεπα ότι είναι μια φόρμα που ανήκει στο παρελθόν και αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Η γενιά μας είναι η γενιά του σινεμά, οι άνθρωποι απολαμβάνουν περισσότερο το σινεμά. Γι’ αυτό το θέατρο – και κακώς κατά τη γνώμη μου – έχει πάει προς το σινεμά: οι ερμηνείες, η χρήση του κάδρου, ο τρόπος αφήγησης έχει στραφεί προς τον κινηματογράφο. Θα ξανακάνω θέατρο όμως, γιατί μπορεί να γίνει με λιγότερα χρήματα και λιγότερα άτομα, συν ότι μου αρέσει η διαδικασία να παίζεις κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Βελτιώνεσαι έτσι…

 

Εσύ συνήθως κάνεις αρκετά αυτοβιογραφικά πράγματα. Γιατί επέλεξες το «1984»;

 

Αρχικά πρότεινα στα παιδιά 5-6 διαφορετικά πράγματα. Δεν τους πρότεινα να κάτσω να γράφω κάτι  καινούργιο, ίσως επειδή δεν είχα αυτοπεποίθηση. Το «1984» ήταν ένα πολύ αγαπημένο μου βιβλίο στην εφηβεία, ίσως το μόνο που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, γιατί δυσκολευόμουν κάπως με τη λογοτεχνία. Έβλεπα σε αυτό κάτι πολύ προσωπικό. Δεν είχα  ποτέ ενδιαφέρον  να διασκευάσω έργα άλλων  στο σινεμά, μου αρέσουν τα πρωτότυπα πράγματα, αλλά το «1984» πάντα το σκεφτόμουν και ως σενάριο. Είχα κάπως ταυτιστεί μαζί του, είναι κάποια πράγματα που νιώθεις ότι τα έχουν γράψει για εσένα.

 

Τι το τόσο προσωπικό βρήκες στο «1984»;

 

Κοίτα, ποτέ δε με ενδιέφερε ιδιαιτέρως το πολύ επιφανειακό κομμάτι του βιβλίου που έχει να κάνει με  την ιστορία του Μεγάλου Αδερφού και το θέμα της παρακολούθησης. Άλλωστε αυτό συνέβαινε από πάντα. Ας πούμε, οι μάγοι των Μάγια  έλεγχαν τους πολίτες, λέγοντας ότι αν γίνει  έκλειψη ηλίου θα καταστραφούν, όποτε πρέπει να δουλεύουν  για να μη σβήσει ο ήλιος. Αυτό που με κεντρίζει στο βιβλίο είναι μια αίσθηση πόνου, μια αίσθηση πληγώματος που έχει ο κεντρικός ήρωας, ο  Ουίνστον. Στα πράγματα που έχω κάνω νομίζω ότι υπάρχει πάντα μια αίσθηση τραύματος. Αυτό υπάρχει γενικά στο «1984»  και ειδικά στο βασικό χαρακτήρα. Eστίασα σε 10 πράγματα που έμενα με είχαν αγγίξει, τρομάξει, τα σημεία τελικά που θυμάμαι από το βιβλίο. Γι’αυτό και δεν το ξαναδιάβασα.

 

Έχεις κάνει μια ελεύθερη απόδοση του βιβλίου;

 

Έχω κρατήσει τη βασική πλοκή του βιβλίου. Το βιβλίο είναι πυκνογραμμένο, γι’ αυτό επικεντρώθηκα στους τρεις βασικούς χαρακτήρες- τον Oυίνστον, την Τζούλλια και τον Ο’ Μπράιεν, γιατί σκέφτηκα ότι αν τα βάλω όλα δε θα καταφέρω να εμβαθύνω. Άλλωστε οι υπόλοιποι χαρακτήρες λειτουργούν βοηθητικά στο βιβλίο. Το δύσκολο και το ενδιαφέρον στην όλη διαδικασία ήταν πώς θα κατάφερνα  να βάλω και τους ηθοποιούς σε αυτό το τριπάκι, έτσι ώστε να γίνει και γι΄ αυτούς προσωπικό το όλο πράγμα. Δεν ήθελα να τους επιβάλω ένα κείμενο, ήθελα να μπουν στη διαδικασία να βάλουν δικά τους πράγματα. Έτσι οι ηθοποιοί έγραψαν κείμενα δικά τους. Αυτό κάνει πιο ενδιαφέρουσα τη διαδικασία  και τους κάνει να δίνονται περισσότερο.

 

Τελικά ποιος είναι σήμερα ο Μεγάλος Αδερφός και πόσο απαραίτητος μας είναι, αν  μας είναι;

 

Νομίζω ότι ο καθένας σήμερα έχει το δικό του Μεγάλο Αδερφό, μια δική του σκιά που τον κοιτάει. Και αυτό έχει δημιουργήσει την κατάσταση να βιώνουν όλοι τα πράγματα, όντες έξω από αυτά, σε τρίτο πρόσωπο. Τις σχέσεις, το σεξ, τη δουλειά… Όλοι  βιώνουμε τα πράγματα μέσω αντικειμένων, σαν παρατηρητές. Γινόμαστε λίγο Μεγάλοι Αδερφοί του εαυτού μας κι τελικά αυτοεγκλωβιζόμαστε.

 

Στην παράσταση σου υπάρχει μια επικέντρωση στο σεξουαλικό κομμάτι, στην καταπίεση, στο απωθημένο…

 

Εμείς μπήκαμε στη διαδικασία να δούμε αρκετά προσωπικά το όλο πράγμα, Η δική μας η γενιά δεν έχει βιώσει με τον τρόπο που περιγράφει το βιβλίο την πολιτική καταπίεση. Δεν μπορούσαμε να ταυτιστούμε με την πολιτική καταπίεση, παρά μόνο  μέσα από τις ιστορίες των γονιών μας. Μπορούσαμε να ταυτιστούμε όμως με το αναρωτηθούμε πώς άντεχαν αυτοί οι άνθρωποι που τους είχαν στερήσει βασικές ελευθερίες καθημερινές, όπως η απόλαυση του σεξ, η επιλογή της ενδυμασίας… Το σεξ σήμερα είναι το μεγάλο όπλο της εποχής μας, όλα γίνονται μέσω του σεξ. Το σεξ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ελέγχονται τις μάζες, μέσω της πορνογραφίας  ενός συγκεκριμένου τύπου οργασμού, ή να λειτουργήσει ως απελευθέρωση, ή ως τιμωρία στη λογική μιας σεξουαλικής καταπίεσης ή ενός βιασμού. Νομίζω ότι τελικά  αυτό που λέει το «1984» κάναμε, απλώς το κάναμε  μέσα από το θέμα του σεξ.

 

Ξεκινάς όμως και την καινούργια σου ταινία;

 

Το Νοέμβριο θα ξεκινήσω, λέγεται «Νήμα» και αφορά τη σχέση μιας μας και ενός γιου. Το πρώτο μέρος εκτυλίσσεται  στα χρόνια της δικτατορίας, όπως εγώ την έχω στο μυαλό μου και το δεύτερο μέρος στο μέλλον, και πάλι όπως εγώ το φαντάζομαι. Ξέρεις, δε με ενδιαφέρει η επιστημονική πλευρά της επιστημονικής φαντασίας, αλλά η φαντασία.

 

Έχει σχέση αυτό, νομίζω, με το «1984»…

 

Ναι, δοκίμασα πράγματα σε αυτή την παράσταση που θα χρησιμοποιήσω στην ταινία. Απλά η ταινία θα έχει πιο αυστηρή δομή, δε σηκώνει πειραματισμούς. Eπειδή θα παίζει ένα άτομο μόνο, με αυτό το άτομο θα δουλέψω και αν προκύψουν πράγματα θα μπουν. Αλλά δε θα υπάρχει μεγάλο περιθώριο αυτοσχεδιασμού, όπως στη παράσταση.

 

Παράλληλα κυκλοφορείς και καινούργιο άλμπουμ, «Το Κουστουμάκι»…

 

Ναι, είναι μια δουλειά με ελληνικά τραγούδια, εννοώ με ελληνικό στίχο. Γράφω  και ξένους στίχους ακόμα, αλλά αισθάνθηκα ότι ο ξένος στίχος μού δημιουργεί μια απόσταση από τα πράγματα που θέλω να πω. Κάθε φορά κάνω αυτό  που έχω την ανάγκη να υπάρχει δίπλα μου. Ας πούμε, θα κάνω την ταινία που εγώ έχω την ανάγκη να  γίνει. Ένιωσα την ανάγκη να ακούσω σύγχρονη μουσική με ελληνικό στίχο που να με αφορά. Γι’ αυτό τώρα έγραψα τραγούδια με ελληνικό στίχο. Με έπιανε παράπονο που δεν υπήρχαν πολλά ελληνικά τραγούδια με σύγχρονη μουσική.

 

Γιατί πιστεύεις τα ελληνικά πολιτιστικά προϊόντα  δυσκολεύονται να κυκλοφορήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και τα τελευταία χρόνια οι ταινίες μας έχουν αρχίσει να πηγαίνουν καλά;

 

Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν υπάρχει κρατική πολιτική για την τέχνη. Εννιά στις δέκα φορές που κάτι άνθισε στον πολιτισμό άνθισε μέσω κρατικών χρημάτων καλώς ή κακώς. Ακόμα και το πανκ κινήμα της Νέας Υόρκης άρχισε από μια περιοχή της πόλης όπου ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης έδινε λόφτ στους καλλιτέχνες με ελάχιστα χρήματα. Το δεύτερο είναι ότι δεν έχει προσωπικότητα ο πολιτισμός της Ελλάδας. Είναι λίγα τα πράγματα με προσωπικότητα που δε φτάνουν για να αποτελέσουν κίνημα. Θα γίνει, για παράδειγμα,  μια πολύ καλή ταινία, όπως ο «Κυνόδοντας». Αλλά αν  κάποιος μας ζητήσει άλλες δέκα τέτοιες ταινίες, δεν υπάρχουν. Ο πολιτισμός αντικατοπτρίζει την κοινωνία που ζεις και νομίζω ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια περνάει την απόλυτη πολιτιστική παρακμή της. Ας πούμε, δεν υπάρχει σήμερα  το σινεμά του ’80 ή  η underground μουσική σκηνή της Ελλάδας που υπήρχε το ’80. Ακόμα και τα εμπορικά προϊόντα της δεκαετίας του ‘80 είχαν μια πιο ρομαντική αντιμετώπιση και έναν χαρακτήρα cult- κάτι φίλοι τότε μαζεύονταν και έκαναν την πλάκα τους. Πιστεύω ότι θα αρχίσουν να γίνονται πράγματα, γιατί υπάρχει ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει γύρω μας. Σε αυτό, νομίζω, παίζει ρόλο και όσα έγιναν τον περασμένο Δεκέμβριο, όχι τα γεγονότα αυτά  καθευτά, αλλά η επίδρασή τους στον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι τα πράγματα. Η τέχνη που θα βγει από την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια θα είναι πολύ βίαιη και άγρια.

 

Τι έχεις κερδίσει και έχεις χάσει μέσα στα χρόνια που ασχολείσαι με την τέχνη επαγγελματικά;

 

Έχω κερδίσει ωραίες συγκυρίες και στιγμές, έχω χάσει την ηρεμία μου. Είναι πολλές οι στιγμές που αισθάνομαι πιεσμένος. Επίσης υπάρχει αυτή η λογική της αναγνωσιμότητας, που  είναι προβληματική, γιατί αρχίζει να σε επηρεάζει και να μη σου αρέσει κιόλας να σε κοιτάνε οι άλλοι. Κάποια στιγμή λες: “Αμάν πια, εγώ απλώς τραγούδια ήθελα να γράφω και να κάνω ταινίες”. Όλοι θέλουν να  συνδέουν τα πάντα με μια εικόνα.  Γι’ αυτό, ας πούμε,   δεν υπάρχει πια κριτική σκέψη.  Σήμερα δεν υπάρχει μια κριτική πεντασέλιδη, οι κριτικές είναι μια στήλη μικρή με υπογραμμισμένες πέντε σειρές για όποιον βαριέται να διαβάσει ολόκληρο το άρθρο και μαυρισμένη άλλη μία για όποιον  βαριέται να διαβάσει  τις πέντε γραμμές και μετά υπάρχουν και τα αστεράκια για όποιον βαριέται να διαβάσει γενικά.

 

Ένα μεγάλο σου όνειρο;

 

Να κάνω το Allien 5.

 

Και η ερώτηση που θα ήθελες να σου κάνουν και κανείς δε σου έκανε;

 

 Με τι λεφτά ζω (γέλια). Οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι καλλιτέχνες βγάζουν λεφτά. Έχω διαβάσει πολλές φορές ότι ο πατέρας μου είναι πλούσιος, πράγμα τελείως ψευδές. Οι καλλιτέχνες δουλεύουν διπλάσιες ώρες χωρίς λεφτά, δεν ξέρω κανένα δημόσιο υπάλληλο να δουλεύει 14 ώρες, ανασφάλιστος, χωρίς να πληρώνεται. Εγώ δεν έχω πρόβλημα με αυτό, το κάνω επειδή το θέλω, αλλά είναι λίγο ενοχλητικό να νομίζουν ότι βγάζουμε και λεφτά.