Τα Δύο Χωριά παρουσιάζουν την ατομική έκθεση του Ηλία Καφούρου «Βαθιά Δραματική Τέχνη» από την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου έως το Σάββατο 7 Νοεμβρίου.
Εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες ο Ηλίας Καφούρος δημιουργεί πυκνούς, λεπτομερείς κόσμους, στους οποίους η ζωγραφική και το σχέδιο συναντούν τον κινηματογράφο, τα comics, το animation, τη λαϊκή κουλτούρα και την αδιάκοπη ροή εικόνων της σύγχρονης ζωής.
Κάτω από την οπτική υπερβολή των έργων του βρίσκεται μια βαθιά ανθρώπινη αγωνία: η ανάγκη να μετατραπεί το χάος σε ιστορία και, μέσα από αυτήν, να κατασκευαστεί μια εκδοχή του κόσμου που αντέχουν οι άνθρωποι.

Ο Καφούρος (γ. 1978, Αθήνα) σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και animation στο School of Visual Arts της Νέας Υόρκης. Στη διάρκεια της πρακτικής του έχει διαμορφώσει μια άμεσα αναγνωρίσιμη εικαστική γλώσσα.
Στη «Βαθιά Δραματική Τέχνη», ο Καφούρος επιστρέφει στις εικόνες με τις οποίες μεγάλωσε: στα comics και το animation, σε ηρωικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες και σε ένα οπτικό σύμπαν που διαμόρφωσε από νωρίς την αντίληψή του για τη σχέση και τη λειτουργία της φαντασίας και της πραγματικότητας.
Είναι εικόνες που ποτέ δεν κατάφεραν να κρύψουν εντελώς την κατασκευή τους και έτσι δεν έπαψαν να είναι ρεαλιστικές ως προς τον κόσμο του ίδιου του θεατή. Αντίθετα, για τη συνθήκη της ψευδαίσθησης που μετατρέπει ένα φιλμ σε βίωμα, απαιτούσαν την ενεργή συμμετοχή της φαντασίας του θεατή. Κάπως έτσι λειτουργούν και τα νέα έργα.

Πρόσωπα, αντικείμενα, σύμβολα και θραύσματα ιστοριών οργανώνονται σε συνθέσεις σχεδόν κινηματογραφικής έντασης. Η αφήγηση δεν αποτελεί απλώς το περιεχόμενο του έργου, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αυτό δομείται. Στη λογική αυτή βρίσκεται και η επιρροή της χειροζωγραφισμένης κινηματογραφικής αφίσας, όπου διαφορετικές σκηνές και χαρακτήρες συμπυκνώνονταν σε μία εικόνα.
Η ίδια λογική ενισχύει τον κινηματογραφικό και θεατρικό χαρακτήρα των έργων, ενώ το κοινωνικό και πολιτικό στοιχείο αναδύεται μέσα από έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μεσολαβείται διαρκώς από εικόνες, αφηγήσεις και ρόλους.

«Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής, το μυαλό μας λειτουργεί σαν κινηματογραφικό στούντιο», λέει ο Καφούρος. «Είναι αφηγητής και έπειτα προτζέκτορας. Και λειτουργεί μέσα από αντιθέσεις. Στις αδιάκοπες αφηγήσεις του εαυτού που κρίνει, δικαιολογεί, αντιδρά και αντιστέκεται, άλλοτε είμαστε ο ήρωας και άλλοτε ο κακός. Πολύ σπάνια, όμως, δεν πρωταγωνιστούμε».
Ο Καφούρος επιμένει ότι δε ζωγραφίζει από τη φαντασία. Αντίθετα, επιδιώκει να ανακατασκευάσει μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ακόμη και όταν αυτή κατακερματίζεται από την αισθητική του κολάζ. Ο κόσμος του δεν είναι ένας κόσμος της φαντασίας, αλλά, όπως γράφει ο ίδιος, «το αποτύπωμα του φανταστικού που προκύπτει από τη συνεχή αποδιάρθρωση και ανασυγκρότηση του ρεαλιστικού». Ο Καφούρος παίρνει τον ακατάπαυστο θόρυβο της εικόνας, της μνήμης, της επιθυμίας και της πληροφορίας και τον μετατρέπει σε έναν κόσμο υπερβολικό, αστείο, σκοτεινό, τρυφερό και ανήσυχο. Γιατί, αν ο νους είναι πράγματι αφηγητής και προτζέκτορας, όπως λέει ο ίδιος, τότε ίσως η πραγματικότητα να μην είναι ποτέ μόνο αυτό που συμβαίνει. Και αυτή είναι, τελικά, μια βαθιά δραματική τέχνη.
