Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση συστήνει στο κοινό την ανακαινισμένη Onassis Mandra με μια εικαστική και ηχητική εμπειρία που προσφέρει ηρεμία στο κέντρο της πολύβουης πόλης.

Tο “clinamen” του συνθέτη και εικαστικού Céleste Boursier-Mougenot κάνει μια στάση στην Αθήνα από το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου έως το Σάββατο 5 Δεκεμβρίου.

Τρεις στρογγυλές πισίνες. Νερό σε κίνηση. Εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ επιπλέουν, συγκρούονται και παράγουν ήχους. Μια ζωντανή παρτιτούρα στην καρδιά της πόλης. Η πολυαισθητηριακή εγκατάσταση έρχεται στην Onassis Mandra, στην πρώτη της παρουσίαση σε εξωτερικό χώρο.

«Με ενδιαφέρει να δίνω μορφή στις αισθήσεις των επισκεπτών, προσφέροντάς τους κατεύθυνση αλλά και χώρο για να ονειροπολήσουν. Το μόνο μήνυμα που θέλω να μεταφέρω είναι μια πρόσκληση να κατοικήσουν έναν χώρο που έχω σχεδιάσει ειδικά για εκείνους» λέει ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό.

©Céleste Boursier-Mougenot & ADAGP

Ο καλλιτέχνης καλεί το κοινό να συγχρονιστεί με τον ήχο της σιωπής, δημιουργώντας ένα καταγάλανο υδάτινο τοπίο με εκατοντάδες λευκά κεραμικά μπολ που επιπλέουν σε τρεις ειδικά διαμορφωμένες πισίνες. Για πρώτη φορά, το “clinamen” αποκτά μια νέα διάσταση, καθώς παρουσιάζεται σε εξωτερικό χώρο και παραδίδεται στη σκιά, τον αέρα, τις φωνές, τους ήχους και τον απόηχο της Αθήνας και στη δύναμη των φυσικών στοιχείων και των καιρικών φαινομένων –το φως, τον άνεμο, τη βροχή– στο μόνο σωζόμενο αθηναϊκό υπαίθριο θέατρο της Belle Epoque.

Εικαστικός, μουσικός και συνθέτης, ο βραβευμένος Γάλλος καλλιτέχνης εξερευνά εδώ και δεκαετίες τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινή ζωή. Αντί να συνθέτει μουσική με τον παραδοσιακό τρόπο, δημιουργεί ζωντανά συστήματα από αντικείμενα, νερό, κίνηση και χώρο. Τα πιο απλά υλικά μετατρέπονται σε απρόσμενα μουσικά όργανα που παράγουν ήχους σε πραγματικό χρόνο, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση κάποιου ερμηνευτή.

©CBM

Ο Μπουζιέ-Μουζενό ανέπτυξε για πρώτη φορά το “clinamen” το 1997. Ο τίτλος της εγκατάστασης προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «παρέγκλισις», που αποτέλεσε κομβικό όρο της επικούρειας φιλοσοφίας και περιγράφει την απρόβλεπτη παρέκκλιση στην κίνηση των ατόμων: μια μικρή απόκλιση που αφήνει χώρο για το τυχαίο, την ελευθερία, το απροσδόκητο.

Κάθε φορά που παρουσιάζεται, το “clinamen” προσαρμόζεται στην αρχιτεκτονική και στην ατμόσφαιρα του χώρου που το φιλοξενεί. Στην Αθήνα, δεν μεταφέρεται απλώς αλλά συντονίζεται εκ νέου με τον ήχο της πόλης και με τις μεταβολές του καιρού και του φωτός του αττικού ουρανού. Οι επισκέπτες καλούνται να σταθούν μέσα σε ένα τοπίο νερού και ήχου, να ακούσουν, να παρατηρήσουν και να αφήσουν τον χρόνο να κυλήσει αλλιώς. Κι αν βρέξει, ο ήχος της βροχής θα γίνει μέρος της παρτιτούρας. Το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Λειτουργεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο. Κάθε μικρή σύγκρουση δημιουργεί ένα νέο ηχητικό συμβάν, κάνοντας κάθε στιγμή της έκθεσης μοναδική.

Κάθε μπολ έχει επιλεγεί ξεχωριστά από τον καλλιτέχνη, με βάση το ιδιαίτερο ηχόχρωμά του και τον ήχο που παράγει όταν αντηχεί ή συγκρούεται με τα υπόλοιπα. Η θερμοκρασία του νερού στις πισίνες διατηρείται περίπου στους 30°C, ώστε να ενισχύεται η δημιουργία και η μεταφορά του ήχου. Πριν τα πορσελάνινα μπολ γίνουν το κύριο αντικείμενο του έργου, ο Μπουζιέ-Μουζενό πειραματιζόταν με καθημερινά αντικείμενα, παιχνίδια, κομμάτια ξύλου και μικρά μουσικά όργανα, ακόμη και με ένα γιουκαλίλι.

©Laurent Lecat

Το “clinamen” συνομιλεί με μια ευρύτερη παράδοση έργων που αξιοποιούν το τυχαίο και τις συμπεριφορές ζωντανών συστημάτων ως δημιουργικά εργαλεία. Έχει συσχετιστεί με τις ιδέες της απροσδιοριστίας του John Cage, με τις γενετικές μουσικές δομές του Brian Eno και με καλλιτέχνες που διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το τυχαίο, όπως ο Marcel Duchamp και ο Hans Haacke. Σε συνέντευξή του στο Park Avenue Armory, ο Μπουζιέ-Μουζενό εξηγεί ότι τον ενδιαφέρει να «κάνει ορατό τον ίδιο τον ήχο». Δεν τον απασχολεί η αναπαράσταση ή η αφήγηση αλλά η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες ο ήχος παράγεται και αποκαλύπτεται μπροστά στο θεατή.

Ο Céleste Boursier-Mougenot (γενν. 1961, Νίκαια, Γαλλία) ζει και εργάζεται στη Σετ. Τα έργα του, τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε χώρους σύγχρονης τέχνης στη Γαλλία και διεθνώς τα τελευταία τριάντα χρόνια, μπορούν να θεωρηθούν πρωτίστως ως έργα ενός μουσικού. Αφού εργάστηκε ως συνθέτης για την ομάδα Side One – Posthume Théâtre του συγγραφέα και θεατρικού σκηνοθέτη Pascal Rambert, στο Παρίσι από το 1985 έως το 1994, ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό άρχισε να δίνει μια αυτόνομη μορφή στη μουσική του δημιουργώντας καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις. Σχεδιάζει μηχανισμούς ή περιβάλλοντα που επεκτείνουν την έννοια της μουσικής παρτιτούρας σε ανορθόδοξες συνθέσεις υλικών και μέσων, αξιοποιώντας τις πιο διαφορετικές καταστάσεις ή αντικείμενα προκειμένου να αναδείξει τις ηχητικές τους δυνατότητες και να δημιουργήσει αυθόρμητες, ζωντανές ακουστικές μορφές.

26 Σεπτεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου

Onassis Mandra, Διονυσίου Αρεοπαγίτου 2, Πλάκα

Τετάρτη – Κυριακή 11:00 – 14:30 & 17:30 – 21:30