To ελculture κάλυψε πολύπλευρα όλες τις προηγούμενες μέρες το 66o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, εδώ θα προσθέσω συμπληρωματικά μερικές εντυπώσεις από το τελευταίο τριήμερό του.

Αρχικά θα παραπέμψω ξανά στη συνέντευξη με τον Φρέντερικ Ελμς, διευθυντή φωτογραφίας που αποτελεί μέρος της ζωντανής ιστορίας του σινεμά. Μίλησε για την περίοδο που διέκοπτε για μερικούς μήνες το γύρισμα του “Eraserhead” του Ντέιβιντ Λιντς, γιατί τον φώναζε ο Κασσαβέτης να πάει να βοηθήσει στα γυρίσματα του “Α Woman Under the Influence”. Για τη διχοτόμηση του να δουλεύει την ίδια περίοδο, από τη μια σε μια ταινία που ο Κασσαβέτης ζητούσε όλη αυτή την τραχιά ενέργεια και κίνηση της κάμερας και από την άλλη ο Λιντς την απόλυτη ακρίβεια των κάδρων, όπου δεν ήθελε να μετακινείται το παραμικρό αντικείμενο από τη θέση του. Για τη φωτογραφική μηχανή που κουβαλούσε και στη Θεσσαλονίκη μαζί του, για το φως των φωτογραφιών που βγάζει στο οποίο επανέρχεται μετά από χρόνια προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σε σκηνές ταινιών. Για τη συνεργασία του με τον Τζάρμους. Για τον Τσάρλι Κάουφμαν και τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Για την Ντάιαν Κίτον, τον παράδεισο και τον Γούντι Άλεν. Για την εποχή που οι φοιτητές έβγαιναν στον δρόμο να διαμαρτυρηθούν για το Βιετνάμ και οι φοιτητές κινηματογράφου έβγαιναν στον δρόμο για να τους καταγράψουν και μετά αναλάμβανε να τα συνθέσει όλα αυτά σε ένα ντοκιμαντέρ ο Σκορσέζε. Για τη Μίρα Νάιρ και τον γιο της, τον νέο Δήμαρχο Νέας Υόρκης, Ζοράν Μαμντάνι. Αλλά και για πολλά ακόμα. Όχι κι ο πιο αδιάφορος άνθρωπος του κόσμου. 

Όπως πάρα πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αδιάφορο έναν άνθρωπο που αποτελεί μέρος της ζωντανής ιστορίας του ελληνικού σινεμά, τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο, ο οποίος βραβεύτηκε με τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο για το σύνολο της προσφοράς του. Στο masterclass που έδωσε το Σάββατο 8 Νοεμβρίου, με αντικείμενο τον τρόπο δουλειάς του με τους ηθοποιούς, η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Πήρε τις ταινίες του μία – μία με χρονολογική σειρά («Μέγαρα» (1974), «Ξαφνικός Έρωτας» (1984), «Άντε Γεια» (1991), «Πίσω Πόρτα» (2000), «Ο Εχθρός μου» (2013), «Υπάρχω» (2024)), μιλώντας αναλυτικά και συχνότατα απολαυστικά για τις επιλογές του στο κάστινγκ της καθεμιάς. Στάθηκε πολύ στη σημασία των προβών. Επέμεινε ιδιαίτερα στο ότι όταν ως σκηνοθέτης έχεις στα χέρια σου ένα γερό σενάριο για να πατήσεις, μπορείς να ζητήσεις από τους ηθοποιούς τα πάντα, γιατί ξέρουν κι αυτοί που βρίσκονται.

Τόνισε γενικότερα τη σημασία των γερών σεναρίων και το πόσο πάσχει το ελληνικό σινεμά στον συγκεκριμένο τομέα. Είπε ότι όπως ο προπονητής μπάσκετ, όταν κατεβάζει την ομάδα του στο γήπεδο οφείλει να την έχει πανέτοιμη να αρχίσει να αποδίδει από την αρχή του αγώνα, έτσι και ο σκηνοθέτης οφείλει να έχει τους ηθοποιούς του πανέτοιμους με το ξεκίνημα των γυρισμάτων και να μην περιμένει να αρχίσουν να το βρίσκουν μπροστά στην κάμερα. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της σωματικής επαφής και της εγγύτητας, είτε ερωτικής, είτε οικογενειακής, είτε φιλικής, που πρέπει να έχει δημιουργηθεί από πριν στις πρόβες, γιατί μετά στην κάμερα είναι αλλιώς και θα είναι περίεργο αν αρχίσουν να την εξερευνούν τότε. Είπε ότι δεν πρέπει να υπάρχει δισταγμός και αν για τον οποιονδήποτε λόγο ένας ηθοποιός δεν κουμπώνει με τον ρόλο πρέπει να αντικαθίσταται εγκαίρως, μιλώντας γενικότερα κατά των μεσοβέζικων λύσεων στη δημιουργία μιας ταινίας. Εξήγησε ότι στην Ελλάδα δεν γίνεται να ζήσεις από τη δουλειά σου ως σκηνοθέτης κινηματογράφου, ακόμα κι αν έχεις κάνει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, ακόμα κι αν έχεις κάνει το «Υπάρχω» που λέει ο λόγος. Σε ένα εντελώς χρηστικό επίπεδο, που δεν αφορά ανθρώπους του κινηματογράφου αλλά όλους μας, είπε πόσο λάθος για το καδράρισμα είναι να τραβάει ο κόσμος φωτογραφίες με τα κινητά του όρθια. Κι αυτή είναι μια συμβουλή που προσωπικά θα κρατήσω, μαζί με την αύρα ενός ανθρώπου που μιλούσε χωρίς ίχνος επιτήδευσης και τουπέ.

Πάμε τώρα και σε λίγα λόγια για πέντε ταινίες που είδα. 

Ξεκινάμε με την ταινία που βραβεύτηκε με τον «Χρυσό Αλέξανδρο – Θόδωρο Αγγελόπουλο» του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος, τη «Βασίλισσα του Βαμβακιού». Βαμβακοκαλλιέργειες σε ένα χωριό του Σουδάν στις όχθες του Νείλου. Παρθένο βαμβάκι χωρίς φυτοφάρμακα, που καλλιεργείται από παρθένες κοπέλες. Όλα καθαρά. Αυτές τραγουδούν και γελούν στα χωράφια, ενώ βλέπουν με το κινητό τους στο TikTok δυτικές ινφλουένσερς να τρώνε βαμβάκι για λόγους δίαιτας. Η γιαγιά της ηρωίδας ενσαρκώνει την ιστορία της αντίστασης στους Βρετανούς αποικιοκράτες και είναι εμβληματικό πρόσωπο της αποαποικιοποίησης του Σουδάν. Ταυτόχρονα έχει στο μυαλό της ως σωστά όλα τα μαθημένα έθιμα που οδηγούν στην καταπίεση της εγγονής της. Ένας νέος επιχειρηματίας επιστρέφει στο Σουδάν για να εισάγει γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες και όλα θα μπλεχτούν με έναν τρόπο μεταξύ τους.

Σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον Q&Α που ακολούθησε την προβολή της ταινίας. η Σουδανορωσικής καταγωγής σκηνοθέτις Σουζάνα Μιργκάνι μίλησε για το πόσο φτωχή έχει υπάρξει η κινηματογραφική παραγωγή στο Σουδάν και εξήγησε ότι άρχισε να γράφει το σενάριό της το 2020, δηλαδή μέσα στην περίοδο 2019-21, που υπήρξε μια σύντομη δημοκρατική αναλαμπή στη χώρα. Η ιστορία της αφορά εκείνη την εποχή και την εποχή της ειρήνης. Ο πόλεμος που μαίνεται τα τελευταία χρόνια είναι εκτός ταινίας, η οποία πάντως γυρίστηκε στην Αίγυπτο επειδή τώρα στο Σουδάν ήταν αδύνατο να γυριστεί, ενώ οι Σουδανέζοι ηθοποιοί που ήδη βρίσκονταν ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, μάθαιναν συχνά πυκνά στη διάρκεια των γυρισμάτων φρικτά νέα από τον πόλεμο, γεγονός που βάραινε πολύ την όλη ατμόσφαιρα. Είπε ακόμη ότι στο Σουδάν η κατάσταση είναι πως υπάρχει Πατριαρχία παντού εκτός σπιτιού και Μητριαρχία εντός σπιτιού και πως μολονότι έχουν μπει νομοθετικοί φραγμοί στην κλειτοριδεκτομή, είναι δυστυχώς μια πρακτική που εξακολουθεί να εφαρμόζεται φουλ. 

Απ’ τον Νείλο στον Δούναβη και στο εξαιρετικό «Αλλόκοτο Ποτάμι» του Τσάουμε Κλάρετ Μουσάρτ. Μια οικογένεια Καταλανών κάνει καλοκαιρινές διακοπές στη Γερμανία, με ποδήλατα και κάμπινγκ. Ο αρχιτέκτονας πατέρας θέλει να εισάγει τους υπόλοιπους στην έννοια του αρχιτεκτονικού τουρισμού, η μητέρα κάνει πρόβες τις ατάκες της για την επόμενη θεατρική της παράσταση, τα δυο μικρότερα αγόρια είναι ακόμη δυο μικρότερα αγόρια, ο δεκαεξάχρονος ήρωας όμως είναι σε φάση που η σεξουαλικότητά του αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην ταυτότητά του. Θα μπορούσε να είναι μια ακόμη από τις πάμπολλες ιστορίες ενηλικίωσης, αλλά ο Μουσάρτ την αφηγείται με εικόνες, η ροή των οποίων σε παρασέρνει, η δύναμή των οποίων σε μαγνητίζει, η ατμόσφαιρά των οποίων σε ψαρώνει. Όπως ο βήχας, ο έρωτας και τα λεφτά, έτσι και το σκηνοθετικό ταλέντο δεν μπορεί να κρυφτεί.

Παραμένουμε σε υδάτινο περιβάλλον, με το «Ρόδον της Νεβάδα» του Μάρκ Τζένκιν. Παραθαλάσσια χωριό στη Βρετανία που πριν λίγες δεκαετίες είχε μια κάποια ζωή, τώρα είναι βυθισμένο στη μιζέρια. Η ταινία ξεκινά ως μια οπτική ωδή στην παρακμή του, γεγονός που σε άλλους μπορεί και να αρέσει, εμένα όμως με χάλασε και μου φάνηκε δήθεν. Εν πάση περιπτώσει, από κάποια στιγμή και ύστερα, με άξονα μια ψαρόβαρκα που πάει κι έρχεται με γεμάτα δίχτυα, θα ξεκινήσουν παιχνίδια στον χωρόχρονο, σαν να έχουμε να κάνουμε με μεγάλης διάρκειας επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτος». Παιχνίδια τα οποία ακόμη κι αν υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε γόνιμες σκέψεις για κάποιους από τους ήρωες, είχα προλάβει να χαλαστώ τόσο από την υπόλοιπη ταινία πριν αρχίσουν, που είπα να επιμείνω στο χάλασμα και να καταλήξω ότι αντί για αυθεντικές αναζητήσεις του πώς θα μπορούσαν να φερθούν οι άνθρωποι σε περίεργες υπαρξιακά καταστάσεις, είχαμε να κάνουμε περισσότερο με εξυπναδίστικα τρικ.

Η σύντομη παρένθεση γκρίνιας μου τελείωσε όμως εδώ, όπως τελείωσε και το νερό, καθώς στην υπνωτιστικά υποβλητική ταινία του Γι Τζινγκ «Ο Βοτανολόγος», δεν υπάρχει καθόλου νερό, υπάρχουν βουνά και αχανείς εκτάσεις στα σύνορα Κίνας – Καζακστάν. Μια περιοχή απομονωμένη, σε διαδικασία περαιτέρω εγκατάλειψης από ανθρώπους που ψάχνουν την τύχη τους στις μεγαλουπόλεις, έργα εκμετάλλευσης πηγών ενέργειας στο βάθος του ορίζοντα, αλλά κυρίως ένα νεαρό αγόρι που γεννήθηκε εκεί και ζει προς το παρόν εκεί και ίσως και να ζήσει και για πάντα εκεί. Ένα σινεμά ποιητικό, δέντρα και άνθρωποι ως ένα ενιαίο σύνολο, η οργανική σχέση με τη φύση, η φαντασία που μετατρέπει τη φύση όχι σε περιβάλλον αλλά σε είναι, ένα φυσικό τοπίο που σε καταπίνει, σε απορροφά, σε ορίζει.

Πολλά χρόνια μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» και τον «Άδικο Κόσμο», ο Φίλιππος Τσίτος επιστρέφει με τις «Δεξιώσεις» στο αφηγηματικό κι ανθρωποκεντρικό σινεμά του, με πρωταγωνιστή για μια ακόμη φορά τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Ένας ασυμβίβαστος δημοσιογράφος που έχει μείνει άνεργος ακριβώς επειδή είναι ασυμβίβαστος,  βλέπει την οικονομική πραγματικότητα που συνεπάγεται η ανεργία να τον φέρνει σε δομικά ταυτοτικά διλήμματα. Θα αρχίσει να βάζει νερό στο κρασί του; Θα γίνει όσα κατηγορούσε τους άλλους πως είναι ή και ακόμη χειρότερα; Ή θα βρει τρόπο να μην αλλάξει; Η ερμηνεία του Καφετζόπουλου μαζί με το -όχι πάντως κι ανεπίληπτο- σενάριο είναι για μια ακόμη φορά τα δυνατά χαρτιά, υπάρχει ένας κεντρικός ήρωας η πορεία και τα διακυβεύματα του οποίου μας νοιάζουν και μας αφορούν, κι αυτό μπορεί να μην αρκεί για να κάνει την ταινία κινηματογραφικά άρτια, δεν είναι πάντως σε καμία περίπτωση αμελητέο. 

Αυτά πάνω κάτω. Και του χρόνου.