
Χθες το βράδυ, στο Ολύμπιον, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει τον Χρυσό Αλέξανδρο, μία τιμητική διάκριση που αναγνωρίζει όχι μόνο την πολυετή του πορεία στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και την ιδιαίτερη ηθική και συναισθηματική σφραγίδα που έχουν οι ταινίες του. Και ήταν όμορφο, σχεδόν συγκινητικά ταιριαστό, ότι η βράβευση αυτή δεν συνοδεύτηκε από την προβολή μιας «εύκολης» επιτυχίας, αλλά της πιο δύσκολης, πιο παρεξηγημένης ίσως, ταινίας του: Ο Εχθρός μου (2013).
Μια ταινία που, όταν βγήκε, δεν βρήκε το κοινό της. Μόλις 18.000 εισιτήρια, σε μια πορεία όπου ο ίδιος έχει γνωρίσει αίθουσες των 1.800.000 θεατών. Μια απόσταση σχεδόν ασύλληπτη. Και όμως χθες, η ταινία επέστρεψε ξανά στην κινηματογραφική αίθουσα και χειροκροτήθηκε όσο ποτέ. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη, με φίλους, συνεργάτες, παλιούς συνοδοιπόρους, αλλά και θεατές που εδώ και χρόνια παρακολουθούν με συνέπεια το κινηματογραφικό σύμπαν του Τσεμπερόπουλου. Η ταινία χειροκροτήθηκε θερμά. Όχι μόνο για αυτό που ήταν το 2013, αλλά για αυτό που είναι τώρα, για όσα βλέπουμε σήμερα μέσα της που ίσως τότε μας διέφυγαν.
Στο τέλος, ακολούθησε Q&A όπου ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος συζήτησε με το κοινό μαζί με τους δύο βασικούς ηθοποιούς της ταινίας, Μανώλη Μαυροματάκη και Γιώργο Γάλλο. Η συζήτηση γύρω από την ηθική, τη βία, την εσωτερική μεταστροφή του χαρακτήρα, αλλά και την ίδια τη θέση του πολίτη στον κοινωνικό ιστό, έδειξε ότι η ταινία αντέχει στον χρόνο, αγγίζει τις ψυχές πολύ απλά γατί μιλάει για τον άνθρωπο.
Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος τοποθετεί στο κέντρο της ιστορίας έναν φιλήσυχο οικογενειάρχη, έναν άνθρωπο που πιστεύει σε μια ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή, μέχρι τη στιγμή που μια νύχτα βίας διαλύει την αίσθηση ασφάλειας και ταυτότητάς του. Από εκεί και πέρα αρχίζει μια μεταμόρφωση, όχι μόνο κοινωνική ή ηθική, αλλά βαθιά υπαρξιακή. Το τραύμα της εισβολής στον προσωπικό χώρο γίνεται αφορμή για να αναρωτηθούμε τι γνωρίζουμε πραγματικά για τον εαυτό μας, προτού έρθουμε αντιμέτωποι με τα εσωτερικά μας σκοτάδια.
Όπως έχει επισημάνει ο Γιάννης Σμοίλης, η ταινία λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: ως θρίλερ που κρατά το βλέμμα σε εγρήγορση, ως πολιτικό φιλμ που διαβάζει την κοινωνική συνθήκη χωρίς να την κηρύσσει, και ως λεπτομερής μελέτη χαρακτήρα, που επιτρέπει στον θεατή να δει την αλλαγή όχι ως δραματουργικό εύρημα, αλλά ως εσωτερική αναγκαιότητα. Και εν τέλει, το ερώτημα που θέτει παραμένει ανοιχτό: Ποιος είναι ο πραγματικός “εχθρός”; Ο Άλλος; Ή ο Εαυτός; Μια απάντηση που η ταινία δεν επιβάλλει απλώς την αφήνει να αιωρείται μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας.

Μετά την προβολή της ταινίας, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος πήρε τον λόγο εμφανώς συγκινημένος. Πριν από οτιδήποτε άλλο, στάθηκε στη μουσική του Άκη Δαούτη, του νεότερου από όλους τους συντελεστές της ταινίας, που «έφυγε» ξαφνικά, λίγο μετά την ολοκλήρωσή της: «Έχω ένα χρέος. Κάθε φορά που βλέπω την ταινία, συγκλονίζομαι από τη μουσική της. Ο Άκης Δαούτης ήταν ένας σπουδαίος συνθέτης. Έχει γράψει για τον Γιάνναρη, έχει κάνει εξαιρετικές δουλειές. Και αυτή η ταινία είναι η τελευταία του. Τον χάσαμε. Τον χάσαμε εμείς, η οικογένειά του, ο ελληνικός κινηματογράφος.»
Αναφέρθηκε επίσης στο τραγούδι που γράφτηκε για τους τίτλους τέλους, σε στίχους του Σωτήρη Κακίση και με ερμηνεία του Φοίβου Δεληβοριά. Τελικά, ο σκηνοθέτης επέλεξε να μην το χρησιμοποιήσει στην ταινία: «Το τραγούδι εξηγούσε. Κι εγώ δεν ήθελα να εξηγήσει. Δεν ήθελα να πω στο κοινό “αν δεν καταλάβατε, να σας πούμε τι είδατε”. Οι γεύσεις, οι χυμοί που αφήνει μια ταινία, ειδικά μια τέτοια, οδυνηρή πρέπει να μένουν ανοιχτοί. Να τους κουβαλήσει ο θεατής μαζί του.»
Στη συνέχεια, θυμήθηκε την πρώτη προβολή της ταινίας το 2013 και την ένταση της πρόσληψής του: «Θυμάμαι ότι στη σκηνή της εισβολής είχαν φύγει δέκα άνθρωποι. Τρεις ήταν φίλες μου. Μου είπαν: “Γιώργο, δεν αντέχω. Είναι αδύνατον.” Κι όμως, αν ήταν αμερικανική ταινία, δεν θα ενοχλούσε. Το ότι είναι ελληνική, μας ταράζει, γιατί μπορεί να συμβεί σε εμάς.»
Και κατέληξε: «Κάνουμε σινεμά. Σε αυτή τη χώρα ζούμε. Και αυτή η χώρα έχει πια γίνει Αμερική, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.Το ζητούμενο είναι να το δούμε. Να το αντέξουμε. Και να το συζητήσουμε.»
Σε ένα βαθιά εύστοχο σχόλιο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, σημείωσε: «Το βλέμμα του Τσεμπερόπουλου είναι διεισδυτικό και ανθρώπινο. Προσεγγίζει τους ανθρώπους μιας κοινωνικής τάξης που σπάνια βρήκε φωνή στη μεγάλη οθόνη με τόση καθαρότητα. Χαιρόμαστε για αυτό το αφιέρωμα που μας επιτρέπει να τιμήσουμε έναν σπουδαίο δημιουργό, αλλά και έναν πολύτιμο συνεργάτη και φίλο.»

Το φεστιβάλ συνοδεύει τη βράβευση με ένα εκτεταμένο αφιέρωμα: την προβολή όλων των μεγάλου μήκους ταινιών του, ένα masterclass, όπου ο σκηνοθέτης μοιράζεται τεχνικές, μεθοδολογία και προσωπικές διαδρομές και την ειδική έκδοση του περιοδικού «Πρώτο Πλάνο», αφιερωμένη αποκλειστικά στον ίδιο, με σπάνιο φωτογραφικό υλικό, μια μεγάλη συνέντευξη, και πρωτότυπα κείμενα που φωτίζουν τη σχέση του με την αφήγηση, την πόλη και τον χρόνο.
Το αφιέρωμα στις σπάνιες μικρού μήκους ταινίες του Τσεμπερόπουλου αποκάλυψε όχι μόνο τις πρώτες κινηματογραφικές του αναζητήσεις, αλλά και τους θεματικούς άξονες που τον ακολούθησαν σε όλη του τη διαδρομή: την ανθρώπινη ψυχολογία, την αόρατη ένταση του καθημερινού, την ηθική ταυτότητα. Τέσσερις σπάνιες μικρού μήκους ταινίες του, γυρισμένες στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’70, από τα φοιτητικά του χρόνια στο American Film Institute στο Λος Άντζελες, τις ταινίες Woman in Trap (1977), The Sojourner / Ο Παρεπίδημος (1978), Harry Belten (1979) και W.A.R.N. – Women of All Red Nations (1980).
Στο Woman in Trap (1977) βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες της δεκαετίας του ’70. Η Κάρολ, ένα ανερχόμενο μοντέλο, επιστρέφει στο σπίτι της μαζί με έναν επίμονο διαφημιστή. Ο θεατής, όμως, γνωρίζει από την αρχή ότι ένας άγνωστος καραδοκεί κρυμμένος στην κρεβατοκάμαρα. Ένα φιλμ αγωνίας βασισμένο στη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και αυτό που υποψιαζόμαστε.
Στην ταινία The Sojourner / Ο Παρεπίδημος (1978), ένας δημοσιογράφος ταξιδεύει στις ΗΠΑ για την κηδεία του πατέρα του και αποφασίζει να επισκεφθεί την πρώην σύζυγό του και τη νέα της οικογένεια. Το δείπνο που ακολουθεί είναι γεμάτο πράγματα που δεν λέγονται. Παρεπίδημος: αυτός που δεν κατοικεί ποτέ οριστικά πουθενά. Το φιλμ αγγίζει τη ριζική μοναξιά του ανθρώπου που «ζει ανάμεσα» ανάμεσα σε χώρες, σχέσεις, ταυτότητες.
Στην ταινία Harry Belten (1979) μεταφερόμαστε σε μια μικρή πόλη του Ιλινόι το 1959, ένας υπάλληλος σιδηρικών 64 ετών ανακοινώνει ότι σε έναν χρόνο θα παίξει το κοντσέρτο για βιολί του Μέντελσον, με συμφωνική ορχήστρα, σε μεγάλη αίθουσα. Η ταινία τον παρακολουθεί να συγκρούεται με την πραγματικότητα, το περιβάλλον και τον ίδιο του τον εαυτό. Ένα τρυφερό πορτρέτο εμμονής, αξιοπρέπειας και προσωπικού μύθου.
Στο W.A.R.N. – Women of All Red Nations (1980) έχουμε μια μικρή 16mm κάμερα και μια επίσκεψη στο θρυλικό Πληγωμένο Γόνατο (Wounded Knee), στον καταυλισμό των Λακότα Σιού. Ένα ντοκιμαντέρ-σύναξη μνήμης για τις γυναίκες που υπερασπίστηκαν την ταυτότητα, τη γη και τη φωνή της κοινότητάς τους. Μια ταινία που κοιτά κατάματα την ιστορία χωρίς να την φωνάζει.
Η προβολή αυτών των «αγνώστων» ταινιών ήταν σαν μια μικρή επιστροφή στις ρίζες: στις πρώτες αναζητήσεις ενός δημιουργού που έψαχνε τότε τη φωνή του μέσα από τεχνικές δυσκολίες, χαμηλούς προϋπολογισμούς, πειραματικές φόρμες. Και όμως το υλικό άντεξε και τώρα επανήλθε στη μεγάλη οθόνη.
Στο πλαίσιο του αφιερώματος, προβάλλεται επίσης το αντιδικτατορικό Μαύρο + Άσπρο των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού (1973), με τον Τσεμπερόπουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ταυτόχρονα προβλήθηκαν και οι ταινίες Άντε Γεια (1990) και Υπάρχω (2024).

«Ωχ! Βράβευση για το έργο μου; Τιμή μου! Η Θεσσαλονίκη μόνο χαρές μού έχει προσφέρει μια ολόκληρη ζωή! Είναι μια πόλη που ξέρει να δίνει, είναι η πόλη των πέντε αισθήσεων. Με έκτη, αυτή τη μοναδική αίσθηση που έχουμε όταν περπατάμε μόνοι στην παραλία κουβαλώντας ακόμη την ταινία που μόλις είδαμε στο Φεστιβάλ και μας άγγιξε. Αγαπώ την πόλη, αγαπώ το Φεστιβάλ και τους ανθρώπους του. Έχω συνεργαστεί με αυτή την υπέροχη ομάδα, γι’ αυτό και αυτή η βράβευση αποκτά ξεχωριστή σημασία», επισημαίνει ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος στο Πρώτο Πλάνο.
