Πηγαίνοντας το παιδί μου πρώτη ημέρα στο σχολείο, ήταν σαν ο χρόνος να κύλησε αντίστροφα… Παιδικές φωνούλες, κουδούνι, προσευχή, τσάντες στους ώμους και γονείς αγχωμένοι, να χαιρετούν τα παιδιά τους συγκινημένοι:
– Πρόσεξε, Γιάννη! Πιάσου από την κουπαστή!
– Χριστίνα, μη σηκώνεις την τσάντα, είναι βαριά! Να τη σέρνεις πίσω σου! Ακούς;
Κι ύστερα κουδούνι και σιωπή. Τα παιδάκια, με τη βοήθεια των δασκάλων, τα κατάφεραν εντός ολίγων λεπτών όλα. Κι ύστερα κουδούνι ξανά και διάλειμμα. Οι φωνές ξέφρενες ταξιδεύουν στους διαδρόμους, ξεχύνονται σα χείμαρρος στην αυλή.
Πολλοί γονείς φοβούνται κάθε νέα αρχή. Από ενδιαφέρον κι αγάπη ασφαλώς για τα παιδιά τους. Όμως τι γίνεται με την ανασφάλεια; Φοβούνται δηλαδή πράγματι ότι τα μικρά παιδιά κινδυνεύουν από κάτι, ότι ίσως πληγωθούν και απογοητευθούν ή μήπως –ασυνείδητα- οι περισσότεροι βασανίζονται στη σκέψη ότι κάθε μικρή αστοχία του παιδιού θα γίνει απόδειξη προσωπικής «αποτυχίας»;
Αν ισχύουν τα δύο πρώτα, η εμπειρία διδάσκει ότι κανείς δε γλίτωσε από το λάθος και την απόρριψη. Αυτά τα δύο είναι σαν τη ζάχαρη και το αλάτι: χρειάζεται πάντα λίγο για να πετύχει η συνταγή! (Αρκεί να μην αυξάνει η δόση…) Η ανασφάλεια όμως είναι κάτι διαφορετικό. Όσο κι αν μερικές φορές οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούν να «ξορκίσουν το παρελθόν», εκείνο πάντα –λίγο ή πολύ- τους βασανίζει.
Υπερπροστατευτικοί γονείς ή αδιάφοροι, υποχόνδριοι ή δυναμικοί, παρόντες ή απόντες, «οι δικοί μας» γονείς έθεσαν τα θεμέλια της ύπαρξής μας κι έγιναν μέρος της αγωγής μας. Αυτής της αγωγής που τώρα στην ενηλικίωση, ως νέοι γονείς, μεταλαμπαδεύουμε στα παιδιά μας. Έτσι, κάποιοι απογοητεύονται όταν τα παιδιά τους βιώνουν όσα βίωσαν οι ίδιοι ως παιδιά και σπεύδουν είτε να τα νουθετήσουν, είτε να καλύψουν τις ανεπάρκειές τους, πείθοντάς τα ότι «είναι πολύ μικρά» ακόμη για να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Ως γονέας που έχει ταλαιπωρηθεί από όλα τα παραπάνω, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις. Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος να ζήσουμε κι εμείς και τα παιδιά μας καλύτερα, είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι «κάθε αρχή» είναι δύσκολη από μόνη της και δεν είναι ανάγκη να την κάνουμε δυσκολότερη. Αν ξεκινήσουμε από αυτή τη βάση, με αυτοέλεγχο, αλλά και ορθό προγραμματισμό, θα είμαστε πιο ήρεμοι κι ασφαλείς και αυτά τα όμορφα συναισθήματα θα μεταδώσουμε και στα παιδιά μας που χρειάζονται υποστήριξη. Όπως κι οι «μεγάλοι», τα μικρά παιδιά έχουν ανάγκη από ανθρώπους που να τα κατανοούν, αλλά και να τα πιστεύουν, που τους δίνουν σωστές πρακτικές συμβουλές και τα αφήνουν να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση αναλαμβάνοντας ευθύνες, αντί να τα κρίνουν συνεχώς ή να τα δικαιολογούν.
Ο μεγάλος διαφωτιστής και παιδαγωγός Ζαν Ζακ Ρουσσώ είχε υποστηρίξει ότι «τα παιδιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μικρογραφία των μεγάλων». Τέλος, ο ορθός προγραμματισμός βοηθά πολύ. Τα παιδιά νιώθουν ασφαλή στο πρόγραμμα της ρουτίνας τους και λειτουργούν καλύτερα. Πριν ξεκινήσει για τα καλά η σχολική χρονιά και παρά τα εμπόδια που υπάρχουν (σκληρά ωράρια εργασίας, δυσκολία μετακινήσεων, έξοδα) η οικογένεια και –κυρίως- οι γονείς μπορούν να αφιερώσουν ένα κυριακάτικο πρωινό για να αποφασίσουν ρεαλιστικά, (όχι να αντιγράψουν το «τέλειο πρόγραμμα» της φιλικής τους οικογένειας) για την ώρα του πρωινού εγερτηρίου, το φαγητό που θα πάρει το παιδί στο σχολείο, την ώρα της αναχώρησης από το σπίτι, την ώρα έναρξης και τη διάρκεια της μελέτης, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις ανάγκες και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού. Λόγου χάρη, ένα παιδί δυναμικό και δραστήριο, δεν θα πειθαρχήσει αν του ζητηθεί να διαβάσει σχεδόν αμέσως μετά το σχολείο. Παρομοίως, ένα παιδί συνεσταλμένο κι ίσως λίγο φοβικό, θα βιώσει έντονο άγχος, αν ο γονέας που το πηγαίνει το πρωί στο σχολείο αργήσει κι αρχίσει να κορνάρει ή να φωνάζει στους άλλους οδηγούς. Ως αποτέλεσμα, θα του προκαλέσει ενοχές ή –ακόμη χειρότερα- ενδέχεται να ξεφύγει, μετατοπίζοντάς του το βάρος της ευθύνης, επιπλήττοντας το παιδί που άργησε να ξυπνήσει ή να φτιάξει την τσάντα του, ξεχνώντας ότι το παιδί τώρα μαθαίνει να τα κάνει όλα αυτά και δεν μπορεί να ανταποκριθεί τόσο άμεσα όσο ένας έμπειρος ενήλικας.
Επειδή λοιπόν κανείς μας δε θέλει να σκέφτεται ότι είναι «κακός γονέας», ούτε και να βλέπει το παιδί του να δυσανασχετεί ή να «κακομαθαίνει», είναι καλό οι γονείς να είναι μετριόφρονες, ρεαλιστές και ψύχραιμοι. Να μην ανεβάζουν τον πήχη πολύ ψηλά, ούτε και να τον ρίχνουν πολύ χαμηλά. Να εισακούν τα παιδιά και να υπολογίζουν τη γνώμη τους. Να τα αφήνουν να ζητούν και να έχουν απαιτήσεις από αυτά.
Ο γονέας είναι, τέλος, καλό να είναι ειλικρινής και να μην προσποιείται ότι είναι άτρωτος επειδή είναι «μεγάλος». Ένα αναγνωστικό του καιρού μας δίδασκε στα παιδιά ανάγνωση με τη φράση: «Μαμά, να ένα τόπι!». Κι έπειτα συνέχιζε στην άλλη σελίδα: «Ταπ και τοπ, η Λένα και η Πόπη, ταπ και τοπ, πετάνε το τόπι!». Τώρα που οι δεκαετίες πέρασαν και όλες οι Ελένες μεγαλώσαμε και οι περισσότερες γίναμε μαμάδες, σκέφτομαι ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς ήταν τότε που προσπαθούσαμε, παλεύοντας με γράμματα και αριθμούς, να «πετάξουμε το τόπι»…



