Ιρλανδική επαρχία, μέσα δεκαετίας ογδόντα, η μουντάδα και η τραχύτητα του τοπίου δημιουργούν τη δική τους ψυχογεωγραφία στους κατοίκους, οι γενικές οικονομικές συνθήκες δεν είναι ακριβώς ιδανικές, πλησιάζουμε όμως στην εποχή των Χριστουγέννων κι αυτό είναι κάτι. Ή ίσως κι όχι. Ο Κίλιαν Μέρφι έχει μια μικρή μάντρα κι ένα μικρό φορτηγό που γράφει πάνω το όνομα της μικρής τοπικής επιχείρησής του, φορτηγό με το οποίο γυρνάει και εξυπηρετεί παραγγελίες, πουλώντας κάρβουνα, καυσόξυλα και γενικά καύσιμη ύλη για να παλεύεται το κρύο. Ζαλώνεται τις σακούλες, τις φορτώνει στην καρότσα, τις παραδίδει στους ντόπιους. Δουλεύει μια ζωή, δουλεύει σκληρά και τηρουμένων όλων των αναλογιών καλά τα έχει καταφέρει.
Κάθε βράδυ που γυρνάει σπίτι του πλένει και σαπουνίζει τα χέρια του σχολαστικά, να φύγει η μαυρίλα πριν κάτσει στο οικογενειακό τραπέζι. Έχει πέντε κόρες με μικρές σχετικά διαφορές ηλικίας μεταξύ τους. Η πιο μεγάλη τον βοηθάει λίγο με τα γραμματειακά της μάντρας και των τιμολογίων. Οι μικρότερες δεν έχουν πάει ακόμα στο γυμνάσιο. Το μόνο καλό γυμνάσιο στην περιοχή διευθύνεται απ΄την Καθολική Εκκλησία.


Δίπλα στο γυμνάσιο υπάρχει ένα μοναστήρι. Μέσα στο μοναστήρι, εκτός απ’ τις μοναχές, υπάρχουν και ατυχήσασες κοπέλες που δουλεύουν στα πλυσταριά. Οι περισσότερες υποχρεωτικά εγκλεισμένες εκεί απ’ τις οικογένειές τους. Κάποιες είναι τόσο ατυχήσασες που περιμένουν ή κάποτε περίμεναν και παιδί χωρίς σύζυγο. Κι εκείνος ήταν κάποτε ένα τέτοιο παιδί. Μεγάλωσε χωρίς πατέρα. Αλλά γλίτωσε το μοναστήρι και είτε τη ζωή εκεί είτε κάποια αδιαφανών διαδρομών υιοθεσία, επειδή η μητέρα του δούλευε ως οικονόμος σε μια ευκατάστατη προτεστάντισσα που τους πήρε υπό την προστασία της.
Τώρα, όντας ο ίδιος πατέρας και σύζυγος, κάθε άλλο παρά πλουσιοπάροχα ζει με τη γυναίκα του και τις πέντε του κόρες, οικονομικά άγχη έχουν – και όχι για να συντηρήσουν κάποιον πολυτελή τρόπο ζωής, ωστόσο το κεφάλι τους είναι πάνω απ’ το νερό, είναι συγκριτικά καλύτερα από πάρα πολλούς άλλους στην περιοχή, μπορούν να κάνουν και χριστουγεννιάτικα δώρα μεταξύ τους, μπορεί η γυναίκα του να του δείχνει με νόημα στη βιτρίνα ένα ζευγάρι παπούτσια που είναι ασορτί με το καλό της φόρεμα.
Όπως τους βλέπουμε εμείς τώρα, με την τωρινή ματιά της τωρινής εποχής, πώς θα τους χαρακτηρίζαμε; Μας φαίνεται άραγε φτωχική η ζωή τους; Τι σημαίνει φτώχεια; Πώς αλλάζουν οι όροι της στον χρόνο; Πώς θα μπορούσε κανείς άραγε σήμερα να μεγαλώσει πέντε παιδιά; Ή θα πρέπει να είναι κανονικά πλούσιος ή δεν υπάρχει τρόπος να βγαίνει. Με υλικούς όρους αλλά και με νοοτροπία Δύσης το συνολικό παιχνίδι της επιβίωσης έχει ακριβύνει πάρα πολύ. Κοστίζουν πολύ περισσότερα τα παιδιά, οι άνθρωποι, η ζωή. Δεν είναι οικονομικά βιώσιμο το πρότζεκτ τους, αν τουλάχιστον θέλουμε να διατηρείται ένα επίπεδο ζωής. Στα μέσα του εικοστού αιώνα και παλιότερα, τα πολλά παιδιά και η φτώχεια πήγαιναν μαζί, πάντως ακόμα κι έτσι κάπως γινόταν. Σε άλλα μέρη του κόσμου σήμερα τα πολλά παιδιά και η φτώχεια πάνε μαζί, πάντως ακόμα κι έτσι κάπως γίνεται. Τώρα στη Δύση μαζί με τον υλικό παράγοντα και μια συνολικά διαφορετική κοσμοθεωρία. Πλέον στη Δύση κανείς δε νιώθει υποχρεωμένος να κάνει περισσότερα παιδιά, πλέον κυριαρχεί η επιλογή. Μια επιλογή που όμως ταυτόχρονα συνοδεύεται και από μια αντικειμενική δυσκολία, η οποία σχεδόν ακυρώνει το ενδεχόμενο να επιλέξεις να κάνεις πολλά παιδιά. Γιατί πρακτικά μπορεί να είστε κοντά στη φτώχεια και με κανένα ή με ένα παιδί, πάντως με πέντε θα είναι και η φτώχεια σας άλλου είδους, θα είναι και όλη η ζωή σας άλλου είδους.


Όλα αυτά όμως δεν έχουν να κάνουν με τους λόγους που ο Κίλιαν Μέρφι δεν κοιμάται καλά τα βράδια και ξυπνάει στη μέση της νύχτας κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρό του. Δεν παγιδεύτηκε να κάνει πολλά παιδιά χωρίς να το θέλει, δεν παγιδεύτηκε σε έναν τρόπο ζωής που δεν του αρέσει και δεν του πάει. Κι ούτε είναι το άγχος για το αν θα τα βγάλει πέρα που του ταράζει τον ύπνο. Κάτι άλλο είναι που δεν του κάθεται καλά, κάτι άλλο είναι που του λείπει. Χωρίς να ξέρει και ο ίδιος τι. Τι σημαίνει το να πηγαίνουν τα πράγματα στη ζωή σου γενικά καλά; Είναι το ίδιο με το να είσαι καλά; Μπορεί ενίοτε και να πηγαίνουν καλά και κάτι να εξακολουθεί να σε τρώει. Ή, αντίστροφα, αντικειμενικά τα πράγματα να μην πηγαίνουν καθόλου καλά, αλλά εσύ να έχεις ψυχοπνευματικά εργαλεία με τα οποία το αντιπαρέρχεσαι, έτσι ώστε σε ένα βαθύτερο επίπεδο να είσαι καλά.
Η ανησυχία του δεν έχει να κάνει με τις ειδικές συνιστώσες της δικής του ζωής, έχει να κάνει με τις γενικές συνιστώσες της ζωής, τόσο τις υπαρξιακές όσο και τις κοινωνικές. Για ανθρώπους σαν αυτόν η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο ένα Δόξα τω Θεώ τα κατάφερα και σήμερα, ούτε μόνο ένας φόβος μην γίνει καμία στραβή και βγει απ’ τις ράγες η ζωή της οικογενείας του. Είναι δείγμα ψυχικής υγείας μια τέτοιου είδους ανησυχία, ένα τέτοιου είδους ανικανοποίητο, είναι από την άλλη ίσως δείγμα πνευματικής νωθρότητας -αλλά ταυτόχρονα (και αρκετά ειρωνικά) πηγή ανακούφισης από ένα σωρό βάσανα- το να μη ζητάς κάτι άλλο, το να σου αρκεί αυτό που έχεις χωρίς να το πολυεξετάζεις, χωρίς να ανοίγεις το βλέμμα σου έξω από τον αυστηρά περιορισμένο μικρόκοσμό σου και την αυστηρά περιορισμένη καθημερινότητά σου.

Δεν θα σταματήσει να με εντυπωσιάζει το πόσο θεμελιώδες στοιχείο του Χριστιανισμού, τουλάχιστον ως προς τον επίσημο λόγο με τον οποίο εκπροσωπείται προς τα έξω, είναι η αγάπη και ταυτόχρονα πόσο σε περίοπτη θέση έχει την καταδίκη των γραμματέων και των φαρισαίων απ’ τον Ιησού. Δεν θα σταματήσει να με εντυπωσιάζει, επειδή ο επίσημος λόγος αντιδιαστέλλεται τόσο εντυπωσιακά απ΄την επίσημη πράξη, το ιερατείο και το αρχιερατείο απλώς άλλαξε τίτλους και ονόματα, οι μετέπειτα γραμματείς και φαρισαίοι κατακεραυνώνουν τους προκατόχους τους περασμένων χιλιετιών και άλλων θρησκειών, η εκκλησία έγινε σε πολύ μεγάλο βαθμό εξουσία και καταπίεση, ενώ η αγάπη έχασε ως λέξη το νόημά της. Πριν σχεδόν τριάντα χρόνια η Έμιλι Γουότσον έκανε με το «Δαμάζοντας τα Κύματα» το εκρηκτικό ντεμπούτο της στο κινηματογράφο και ως Μπες ΜακΝίλ λέει ακριβώς αυτό μέσα σε μια εκκλησία: πώς μπορείτε να αγαπάτε νόμους και κανόνες, τους ανθρώπους μόνο γίνεται να αγαπάμε. Κι επειδή αγάπησε υπέρμετρα έναν άνθρωπο, αδιαφορώντας για νόμους και κανόνες, εξορίζεται απ΄τον οίκο του Θεού. Τώρα, στο «Μικρά Πράγματα Σαν Κι Αυτά», υποδύεται την ηγουμένη της μονής που βρίσκεται από την εντελώς άλλη πλευρά του λόφου.
Το «Μικρά Πράγματα Σαν Κι Αυτά» είναι μια εξαιρετικά λιτή ταινία βασισμένη σε ένα εξαιρετικά λιτό βιβλίο. Παίρνοντας τα ελάχιστα ως πρώτη ύλη, στην πραγματικότητα πραγματεύεται και επικεντρώνεται πάνω σε μία και μόνο βασική ιδέα, πάνω σε μία και μόνο βασική σύγκρουση. Που προφανώς είναι με έναν τρόπο παλιά όσο οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους.
Ποια σύγκρουση; Από τη μια πλευρά αυτό που θεωρείς μέσα σου χωρίς καμία αμφιβολία σωστό και από την άλλη το κόστος που χωρίς καμία αμφιβολία θα κληθείς να πληρώσεις, όχι μόνο εσύ αλλά και η οικογένειά σου, αν προσπαθήσεις να ενεργήσεις σύμφωνα με την περί δικαίου πεποίθησή σου. Οι δυνάμεις βάσει των οποίων λειτουργούν τα πράγματα στις κοινωνίες, η δύναμη της εξουσίας και η δύναμη της αδράνειας των πολλών, η επιβολή και η υπακοή των πολλών, των πολλών που η διαφορά τους από σένα δεν είναι ότι έχουν απαραίτητα άλλη θεώρηση περί δικαίου και αδίκου, ούτε ότι αδιαφορούν για αυτό που εσένα σου φαίνεται σωστό, αλλά ότι δεν θα σκεφτούν καν να μπουν στη διαδικασία να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα, ότι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το κόστος για αυτό που πιστεύουν σωστό. Και κάπως έτσι ο κόσμος δεν σώζεται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν πως «Δεν θα σώσω εγώ τον κόσμο».
Η ταινία όπως και το βιβλίο τελειώνουν με τρόπο σκανδαλιστικό για τις προσδοκίες μας, με ένα τέλος όχι ανοικτό και διφορούμενο, αλλά με ένα πριν το κανονικά προσδοκώμενο από μια ιστορία τέλος. Σου δίνει την αίσθηση ότι είδες τον πιλότο από μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων. Ωστόσο, ενώ πρόκειται για μια επιλογή που σίγουρα σε ένα βαθμό σε βολεύει όταν είσαι ο αφηγητής της ιστορίας, βγάζοντάς σε από μια σειρά δυσκολιών, δεν θεωρώ ούτε ότι είναι τεμπέλικη, ούτε ότι κλέβει και εξαπατά. Είναι μάλλον μια δημιουργική επιλογή που σταματάει την ιστορία εκεί που επιθυμεί λέγοντας με τον τρόπο της κάτι πολύ συγκεκριμένο, όσο κι αν εύλογα μπορεί να της καταλογιστεί ότι μας αφήνει με μια κατάληξη ημιτελή. Γιατί ταυτόχρονα με τον τρόπο της μας αφήνει και με μια κατάληξη λυσιτελή.
Το πρόσωπο του Κίλιαν Μέρφι γράφει στην οθόνη και μέσα μας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έγραψε στο «Οπενχάιμερ» πέρσι. Εκεί, παρά το όσκαρ του, η ταινία ήταν πολύ μεγαλύτερη του. Εδώ η ταινία όχι μόνο είναι στα μέτρα του, αλλά ενδεχομένως είναι και μεγαλύτερός της, ενδεχομένως ο χαρακτήρας του να μπορούσε να αυτονομηθεί και να πει και να κάνει περισσότερα. Ο Μέρφι δεν είναι απλά ο πρωταγωνιστής είναι η κινητήρια δύναμη πίσω απ’ το «Μικρά Πράγματα Σαν Κι Αυτά». Ενθουσιάστηκε με την ομώνυμη νουβέλα της Κλερ Κίγκαν, επέλεξε τον Τιμ Μίντλαντς ως κατάλληλο να το φέρει στην οθόνη κι η αλήθεια είναι ότι ο Μίντλαντς δεν απογοητεύει.
Δεν μπορώ να τοποθετηθώ ενθουσιωδώς απέναντι μια ταινία που σου δίνει τόσα λίγα. Αλλά ακόμη περισσότερο δεν μπορώ να τοποθετηθώ αρνητικά, ούτε καν αμφίθυμα, απέναντι σε μια ταινία που τελικά αυτό το ένα πράγμα που θέλει να σου πει στο λέει και στο περνάει, με όσα λίγα λόγια και εικόνες κι αν το καταφέρνει. Γιατί τελικά οι ταινίες κρίνονται (και σε πρώτο χρόνο αλλά και πολύ περισσότερο σε βάθος χρόνου) κυρίως από όσα κάνουν καλά, όχι από όσα τους λείπουν ούτε από όσα δεν κάνουν καλά. Και ό,τι κι αν λείπει απ’ το «Μικρά Πράγματα Σαν Κι Αυτά», τη σύγκρουσή του και την κατέγραψε και μας την μετέδωσε.


