«Η Τρίτη Ρώμη. Η Μόσχα και ο θρόνος της ορθοδοξίας»: Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας μιλάει για την “Pax Russica” και τον πόλεμο στην Ουκρανία

«Η ιστορία απαντά πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν στη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία»

Κείμενο: Αλέξης Γαγλίας

 

«Τρίτη Ρώμη» αποκάλεσαν οι Ρώσοι τη Μόσχα μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης– αυτή, υποτίθεται, απέμενε πρωτεύουσα και ηγέτιδα δύναμη όλου του Ορθόδοξου κόσμου. Μοναδική ελπίδα σωτηρίας του σήμερα από την «εισβολή» των ιδεών της «έκφυλης Δύσης», η επιβολή μιας “Pax Russica”. Η «Τρίτη Ρώμη» του δημοσιογράφου και συγγραφέα, Αλέξανδρου Μασσαβέτα– ένας τόμος 500 σελίδων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη-  δεν είναι όμως ένα «θρησκευτικό» βιβλίο, θεολογικό ή εκκλησιαστικό, παρότι αναφέρεται ενδελεχώς και σε αυτά τα ζητήματα. Επί της ουσίας είναι ένα πολύτιμο ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση της ιστορικής, εθνολογικής, πολιτισμικής και γεωπολιτικής κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης.

Ποια συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα έχουν διαφοροποιήσει τελικά τους Ρώσους από τους Ουκρανούς και τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς; Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα των ερωτημάτων που ανέκυψαν και διαρκώς επανέρχονται στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα, περισσότερο από ποτέ μετά την εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία. Ο συγγραφέας τα διαπραγματεύεται εξονυχιστικά και μετά από μεγάλη ερευνητική προσήλωση. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου έμαθε ρωσικά, ώστε να μπορεί να ανατρέξει και στη ρωσική βίβλο- και ιστοριογραφία. «Η ιστορία απαντά πολλά από τα ερωτήματα που τέθηκαν στη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία», λέει ο ίδιος. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 2019. Η έκδοση του 2022 είναι επικαιροποιημένη, ενώ  περιλαμβάνει ένα επιπλέον κεφάλαιο, όπου αναλύονται ο πόλεμος και οι επιπτώσεις της «ρωσικής μπότας»- όχι μόνο στους αντιπάλους της αλλά, κυρίως, στις ίδιες τις ρωσικές φιλοδοξίες. Αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου ήταν οι απελάσεις των Ρώσων διπλωματών από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2018, όταν κατηγορήθηκαν «για πράξεις επιζήμιες των ελληνικών εθνικών συμφερόντων»- όπως είναι η ευγενής διατύπωση της κατηγορίας για  κατασκοπεία. «Τότε ξεσκεπάστηκε ο ρωσικός μηχανισμός προπαγάνδας και ξεκίνησε να μας απασχολεί η έκταση και οι μέθοδοι του υβριδικού πολέμου της Ρωσίας στην Ελλάδα», λέει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας.

Αλέξανδρος Μασσαβέτας | Photo: ©Αλέξης Γαγλίας

«Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκίνησε η διαδικασία για τη δημιουργία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας- και αυτό σηματοδότησε την κορύφωση από πλευράς των Ρώσων ενός πολέμου κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτά ήταν τα δύο κύρια γεγονότα που με ώθησαν να γράψω το βιβλίο». «Γιατί αυτό που εμένα ενδιέφερε», συνεχίζει ο ίδιος, «ήταν η γεωπολιτική πτυχή του εκκλησιαστικού και της ρωσικής προπαγάνδας στην Ελλάδα. Θεώρησα πως και στα δύο ζητήματα οι ρωσικές ενέργειες συνιστούσαν σοβαρούς κινδύνους έναντι των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας. Ποτέ πριν δεν είχα ασχοληθεί με τα εκκλησιαστικά. Δεν είμαι θεολόγος, ούτε θρησκευόμενος- και αυτό το βιβλίο δεν απευθύνεται  σε θεολογικούς ή εκκλησιαστικούς κύκλους και παράγοντες. Η θρησκεία εξετάζεται ως πολιτισμικό φαινόμενο και γεωπολιτικό χαρτί. Η “Τρίτη Ρώμη” έχει, λοιπόν, ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό: όλους όσους ενδιαφέρονται για τη γεωπολιτική και την εξωτερική πολιτική στην ευρύτερη περιοχή μας ειδικά».

Η σύγχρονη γεωπολιτική και η ιστορία (ακόμα και «από τα κάτω», ως λαϊκή παράδοση) είναι έννοιες και καταστάσεις αλληλοτροφοδοτούμενες και η επαφή τους σχεδόν «σιαμαία»- πριν ξεκινήσει το κύριο σώμα της συνέντευξης, ο Μασσαβέτας εν τη ρύμη του λόγου του, προσφέρει στο κείμενο ένα κομψό και χρήσιμο tip. «Η ετυμολογία του ονόματος Vladimir είναι ενδιαφέρουσα», μου λέει. «Στα ρωσικά “mir” είναι ο κόσμος, αλλά και η ειρήνη, ενώ “Vlad” σημαίνει εξουσιαστής. Vladimir λοιπόν καλείται αυτός που μέσω της εξουσίας του επιβάλλει την παγκόσμια ειρήνη…».

Αντανακλαστικά μειδιώ- μια σύνθετη λέξη της αρχαίας σλαβικής γλώσσας, σαν φλεγματικά ειρωνική ατάκα από σκετς των Monty Python δεν ακούγεται το 2022;

Πόση πολιτική ισχύ εξακολουθεί να έχει η θρησκεία και οι Εκκλησίες ειδικότερα; Και πόσο διαφέρει αυτή η ισχύς στις δυτικές δημοκρατίες και στις αυταρχικές δημοκρατίες τύπου Πούτιν ή Ερντογάν;

Οι οργανωμένες θρησκείες έχουν, δυστυχώς, μέγιστη πολιτική επιρροή. Αρκεί να θυμίσω την κατάπτυστη ανάμιξη πολλών εκκλησιαστικών παραγόντων και παρα-εκκλησιαστικών κέντρων (στον Ορθόδοξο και Προτεσταντικό, κυρίως, κόσμο) και Ορθόδοξων μοναχών στη δημόσια συζήτηση περί εμβολιασμού. Αναμάσησαν τα «επιχειρήματα» των πλέον διαβόητων τσαρλατάνων, έγιναν εμπροσθοφυλακή των αντιεμβολιαστών και προσπάθησαν να εκβιάσουν τις αποφάσεις των κατά τόπους κυβερνήσεων. Στα αυταρχικά καθεστώτα, η πολιτική δύναμη του ιερατείου είναι ταυτόχρονα μεγαλύτερη και μικρότερη από ότι στα δημοκρατικά κράτη. Το αυταρχικό καθεστώς θέλει μια κοινωνία μονολιθική και προβάλλει την «επίσημη» ή έστω επικρατούσα θρησκεία, ως πυλώνα σταθερότητας. Της επιφυλάσσει προνομιακή μεταχείριση έναντι των άλλων θρησκευμάτων. Συχνά απαγορεύει την εναντίον της κριτική, με το επιχείρημα της «βλασφημίας» ή της προσβολής της κοινωνικής ειρήνης. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, κάθε θρησκεία έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό άλλων δογμάτων και ιδεών και την ελεύθερη κριτική.

Ταυτόχρονα, όμως, ο αυταρχικός ηγέτης δεν επιτρέπει οποιαδήποτε κριτική ή πρωτοβουλία αντιβαίνει στις θέσεις και τα συμφέροντά του. Η θρησκεία υποτάσσεται κι αυτή στην κρατική πολιτική και το πεδίο έκφρασης των ταγών της πρέπει να εμπίπτει στα στενά όρια του «επιτρεπτού». Αυτό ισχύει τόσο για την Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ρωσία όσο, π.χ., και για το Ισλάμ στην Τουρκία ή την Αίγυπτο. Στη Ρωσία, η Ορθόδοξη εκκλησία ή οι μοναχοί δεν θα τολμούσαν ποτέ να αμφισβητήσουν δημόσια μία απόφαση των αρχών σχετικά με τον έλεγχο της πανδημίας, την κοινωνική πολιτική, την πολιτική των εθνοτήτων κ.ο.κ.

Κίεβο: Η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ με τους χρυσούς τρούλους, έδρα της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

Ας εξειδικεύσουμε στη Ρωσία λοιπόν: Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία – Πατριάρχης Κύριλλος και ρωσικό κράτος – Πούτιν. Ποια είναι η σχέση τους;

Ξεκίνησε ως σχέση αμοιβαίας συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης. Η μεν πολιτεία χρησιμοποίησε την εκκλησία και το θρησκευτικό συναίσθημα για να ενισχύσει τον έλεγχό της, η δε εκκλησία τις σχέσεις της με την εξουσία για να αυξήσει την επιρροή της επί της ρωσικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικά, ο πατριάρχης Κύριλλος (Γκουντιάγεφ) συχνά επικαλείται την αρχή της «συμφωνίας», που θεωρήθηκε το ιδεατό μοντέλο σχέσεων Εκκλησίας – πολιτείας στο Βυζάντιο. Η «συμφωνία» οραματιζόταν μία αρμονική συμβίωση, βασισμένη σε αμοιβαία αρωγή και σεβασμό, και την ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών (όπως π.χ. ο εκχριστιανισμός των Σλάβων). Ο αυτοκράτωρ ορκιζόταν να προστατεύει την Εκκλησία και να επιβάλλει το ορθό δόγμα, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ευλογούσε την εγκόσμια εξουσία του αυτοκράτορα. Στη μετασοβιετική Ρωσία, τη συμπόρευση Εκκλησίας και κράτους διευκόλυνε το γεγονός πως και η μεν και το δε ελέγχονται από πρώην στελέχη της ΚαΓκεΜπε. Τόσο ο τέως πατριάρχης Αλέξιος (Ρίντιγκερ), όσο και ο νυν, διετέλεσαν επί δεκαετίες «πληροφοριοδότες» της οργάνωσης.

Περαιτέρω, Κρεμλίνο και Πατριαρχείο έχουν υιοθετήσει το ίδιο αφήγημα, εκείνο του «ρωσικού κόσμου» – ένα νέο-αυτοκρατορικό  όραμα με πολιτισμικές και πνευματικές αναφορές. Σύμφωνα με αυτό, Ρωσία, Ουκρανία και Λευκορωσία, αλλά και οι ρωσικές μειονότητες στον πρώην σοβιετικό χώρο, συνιστούν ενιαίο πολιτισμικό και πνευματικό χώρο, με τη Μόσχα ως κέντρο. Σε αυτόν ανήκουν και ρωσόφιλες εθνότητες που εξαρτώνται πολιτικά από τη Μόσχα – Αμπχάζιοι, Οσέτιοι κοκ. Η κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας στον υπερ-κρατικό αυτό χώρο εγγυάται και την εκεί πολιτική επιρροή της Μόσχας.

Τα τελευταία χρόνια, η σχέση συνεργασίας μετατρέπεται σε σχέση εξάρτησης και υποτέλειας της εκκλησίας στο Κρεμλίνο και του Κυρίλλου στον Πούτιν. Ένα παράδειγμα: το 2014, ο Κύριλλος απείχε από τις φιέστες για την προσάρτηση της Κριμαίας. Η ρωσική εκκλησία θέλει να παρουσιάζεται ως εκκλησία όλων των Ανατολικών Σλάβων και διεκδικεί αποκλειστική δικαιοδοσία στην Ουκρανία. Ο Κύριλλος θεώρησε – ορθώς – πως η συμμετοχή του θα αποξένωνε το ποίμνιό του στην Ουκρανία. Σήμερα, αντίθετα, αποφάσισε να ευλογήσει τα ρωσικά όπλα. Ως αποτέλεσμα, ξέσπασε «επανάσταση» στη ρωσική εκκλησία της Ουκρανίας, που ενδέχεται να αποκοπεί από το Πατριαρχείο Μόσχας.

Ταμπέλα διάτρητη από σφαίρες, δίπλα στην (παγιωμένη από το 2014) γραμμή κατάπαυσης του πυρός στην πόλη Σλαβιάνσκ, επαρχία Ντονιέτσκ | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

Πώς προσπάθησε, διαχρονικά, η Ρωσία να χρησιμοποιήσει τη ρωσική Εκκλησία ως μέσο «ήπιας ισχύος»; Ποια ήταν η σχετική πολιτική, ακόμα και του Στάλιν;

Εδώ και αιώνες, η ρωσική εκκλησία υπηρετεί τους στόχους της κρατικής πολιτικής. Το κράτος την χρησιμοποίησε ως μοχλό πολιτικής καταστολής στο εσωτερικό και ως όργανο ήπιας ισχύος στο εξωτερικό. Σημειωτέον πως ο Μέγας Πέτρος, που επιθυμούσε μία εκκλησία υπό τον πλήρη έλεγχό του, κατήργησε το Πατριαρχείο Μόσχας. Αντ’ αυτού, την ρωσική εκκλησία διοικούσε η Ιερά Σύνοδος, με επικεφαλής όχι ιεράρχη αλλά ανώτατο υπάλληλο, διορισμένο από τον τσάρο. Έτσι, η Εκκλησία έγινε κρατική υπηρεσία… Επί τσάρων, προσέφερε άνευ όρων στήριξη στην απολυταρχία και στην καταστολή κάθε πολιτικού κινήματος. Παράλληλα, το κράτος τη μεταχειρίστηκε ως όργανο εκρωσισμού αλλοεθνών Ορθοδόξων, των οποίων τις χώρες κατέλαβε. Κατήργησε τις εκκλησίες των Γεωργιανών και των Μολδαβών και τους επέβαλε τη ρωσική, με τη σλαβονική λειτουργία την οποία δεν κατανοούσαν!

Στο εξωτερικό, από την άλλη, η Ρωσία πρόβαλλε την εικόνα της «Ορθόδοξης δύναμης» και της προστάτιδας των απανταχού Ορθοδόξων, προκειμένου να αυξήσει το γόητρό της μεταξύ αυτών – ιδίως στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, αλλά και μεταξύ των Ρουθήνων (Ουκρανοί και Λευκορώσοι). Οι θρύλοι περί «ξανθού γένους» μας είναι οικείοι. Λιγότερο γνωστό είναι το ότι η Ρωσία διεκδίκησε για το Πατριαρχείο Μόσχας δυναμική παρουσία  στα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων, ενώ πέτυχε, στα τέλη του 19ου αιώνα, να «αφελληνίσει» την ιεραρχία του Πατριαρχείου Αντιοχείας, αντικαθιστώντας την με Άραβες αρχιερείς υπό την επιρροή της. Την ίδια εποχή κατέκλυσε το Άγιο Όρος με Ρώσους μοναχούς, προσπαθώντας να αποκτήσει τον έλεγχο της μοναστικής πολιτείας.

Όσον αφορά στον Στάλιν είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σχετική πολιτική του: Το 1943, μεσούντος του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» αναβίωσε το Πατριαρχείο Μόσχας, αναθέτοντας στην εκκλησία την «τόνωση του εθνικού φρονήματος» για την επιτυχή έκβαση του πολέμου. Κατ’ εντολή της κρατικής ασφάλειας, το Πατριαρχείο Μόσχας προσπάθησε να συγκαλέσει Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Μόσχα, το 1948. Τέτοια σύνοδο μπορεί να συγκαλέσει μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο: στη σύνοδο, εξάλλου, θα «ανακοινωνόταν» η «μεταφορά» των πρωτείων από την Πόλη στη Μόσχα… Βλέπουμε, λοιπόν, πως στα ζητήματα αυτά η κρατική πολιτική της Ρωσίας παραμένει απαράλλαχτη, παρά τις καθεστωτικές αλλαγές. Ίδια συνεχίζει και υπό το καθεστώς Πούτιν.

Το άγαλμα του Κοζάκου ηγέτη Μπογκντάν Χμελνίτσκι που ηγήθηκε της μεγάλης εξέγερσης κατά των Πολωνών και υπέγραψε τη συνθήκη προσχώρησης του κρατιδίου του στην Ρωσία | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

Θα ήθελα να αναφερθούμε συνοπτικά στο βασίλειο της Ρως και το Κίεβο Αλλά και τη σχέση των Ρως με το Βυζάντιο.

Στο μεσαιωνικό βασίλειο της Ρως και στην πρωτεύουσά του, το Κίεβο, τέθηκαν τα θεμέλια της ταυτότητας των Ανατολικών Σλάβων. Αυτή «γεννήθηκε» με τη βάπτιση των Ρως στον ποταμό Δνείπερο (988), την οποία, κατά τον θρύλο, διέταξε ο Μέγας Δούκας του Κιέβου Βολοντίμιρ. Είχαν προηγηθεί πρωτοβουλίες της Κωνσταντινούπολης για τον εκχριστιανισμό των Ρως. Το γεγονός ότι οι Ρως επέλεξαν το Ορθόδοξο δόγμα τους ενέταξε στον πολιτισμικό κύκλο της Κωνσταντινούπολης. Στη βυζαντινή αρχιτεκτονική και εικονογραφία βασίστηκε εκείνη των Ρως και των απογόνων τους (Ρώσων, Ουκρανών, Λευκορώσων). Οι Ουκρανοί δεν ξεχνούν ότι το Κίεβο αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο και η «κολυμβήθρα» των ανατολικών Σλάβων.

Πώς διαιρέθηκε ο κόσμος των Ανατολικών Σλάβων σε Ρουθήνους (Ουκρανούς και Λευκορώσους) στα δυτικά και Ρώσους (Μοσχοβίτες) στα ανατολικά;

Η εισβολή των Μογγόλων διέλυσε την Ρως. Το Κίεβο καταστράφηκε (1240), το κράτος κατακερματίσθηκε. Οι δυτικές περιοχές της Ρως βρέθηκαν, για αιώνες, υπό την εξουσία της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας. Εκεί οι Ρουθήνοι, όπως αποκλήθηκαν οι προπάτορες των Ουκρανών και Λευκορώσων, υπέστησαν διακρίσεις για το Ορθόδοξο δόγμα τους. Ωστόσο, η «αριστοκρατική δημοκρατία» της Κοινοπολιτείας, με τον αιρετό μονάρχη, ήταν μια κοινωνία πολύ πιο πολυφωνική και με πολύ περισσότερες ελευθερίες από εκείνη που αναπτύχθηκε ανατολικά. Στο δουκάτο της Μοσχοβίας, που ανεξαρτητοποιήθηκε από τους Μογγόλους το 1480, γρήγορα παγιώθηκε η απολυταρχία. Εξαρχής υπήρξε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ Ρουθήνων και Μοσχοβιτών για το ποιος ήταν ο «πραγματικός» κληρονόμος της Ρως. Τον ανταγωνισμό επέτεινε η μετοικεσία της Μητροπόλεως Κιέβου και πάσης Ρως από το Κίεβο στην Μόσχα, όπου, αργότερα, απέκτησε περιωπή πατριαρχείου.

Αλέξανδρος Μασσαβέτας | Photo: ©Αλέξης Γαγλίας

Ο Πούτιν διατείνεται πως το ουκρανικό κράτος είναι «σοβιετικό κατασκεύασμα». Τελικά, Ουκρανοί και Ρώσοι πού διαφέρουν ως λαοί, ως έθνη; Σε ποια πολιτισμικά, κοινωνικά, πολιτικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούνται και γιατί κάνεις λόγο, ιστορικά, για «δύο Ουκρανίες»;

Με τον συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό του πως η ουκρανική ταυτότητα είναι «τεχνητή» και η χώρα «σοβιετικό κατασκεύασμα», ο Πούτιν μας θυμίζει πως και η ιστορία έγινε πεδίο δράσης για τη ρωσική βιομηχανία «ψευδών ειδήσεων». Επί αιώνες οι Ρουθήνοι-Ουκρανοί αγωνίστηκαν για την προάσπιση της ταυτότητας και των ελευθεριών τους, ενάντια σε Πολωνούς, Ρώσους και Αυστριακούς. Παράλληλα, έγραψαν ποίηση και λογοτεχνία στη γλώσσα τους, αναπτύσσοντας πολιτισμό διακριτό και αυτοτελή. Είναι γεγονός, ωστόσο, πως η ουκρανική κοινωνία ήταν διχασμένη – μέχρι την παρούσα εισβολή – ως προς τη συλλογική ταυτότητα. Ο διχασμός αυτός οφείλεται στη συμπερίληψη στο ουκρανικό κράτος περιοχών με διαφορετική ιστορική διαδρομή, αλλά και στους μαζικούς ρωσικούς εποικισμούς της πρώιμης σοβιετικής περιόδου.

Η ταυτότητα του «Ουκρανού» και σαφής είναι και βαθιές ιστορικές ρίζες έχει. Μετά τη διάλυση της Ρως, Ρουθήνοι και Ρώσοι ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους- ανάμεσά τους άνοιξε χάσμα πολιτικό και πολιτισμικό. Οι γλώσσες τους εξελίχθηκαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη και έχουν σημαντικές διαφορές στο λεξιλόγιο και τη γραμματική. Η πολυφωνία της διακυβέρνησης στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία σφράγισε τη συλλογική εμπειρία των Ουκρανών. Οι Ρώσοι, αντίθετα, δεν έχουν γνωρίσει παρά απολυταρχικά καθεστώτα και το όραμα μιας κοινωνίας μονολιθικής. Αρχικά, ο «άλλος» κατά του οποίου αγωνίστηκαν οι Ρουθήνοι δεν ήταν οι Ρώσοι, αλλά οι Πολωνοί. Μέρος του ρουθηνικού κλήρου αποφάσισε, με δική του πρωτοβουλία, να προσχωρήσει στην Ένωση με τη Ρώμη, το 1595. Η Ελληνοκαθολική Εκκλησία των Ρουθήνων γρήγορα ταυτίστηκε με το εθνικό αίσθημα των Ρουθήνων και την αντίσταση τόσο κατά των Πολωνών, όσο και κατά των Ρώσων.  Οι απόπειρες των αρχών της Κοινοπολιτείας να επιβάλουν την Ένωση (Ουνία) σε όλους τους Ορθοδόξους, ωστόσο, εξώθησαν αυτούς σε μαζική εξέγερση, υπό την ηγεσία των Κοζάκων (1648-1657). Οι Κοζάκοι ίδρυσαν αυτόνομο «Χετμανάτο», πρώτο κρατικό μόρφωμα για το οποίο χρησιμοποιήθηκε και το όνομα «Ουκρανία» (που, σημειωτέον, σημαίνει «μεθόριος»).

Το χετμανάτο απειλείτο πανταχόθεν, ενώ κανένας θρόνος της Ευρώπης δεν δεχόταν να αναγνωρίσει τους επαναστάτες. Η Μόσχα καλλιεργούσε την εικόνα της «ομόδοξης αδελφής» Ρωσίας και οι Κοζάκοι έπεσαν στην παγίδα: ζήτησαν την «προστασία» του τσάρου Αλεξέι Μιχάηλοβιτς (πατέρα του Μεγάλου Πέτρου). Με τη Συνθήκη του Περεγιάσλαβ, το 1654, το χετμανάτο ενσωματώθηκε στην Ρωσία ως αυτόνομη περιοχή. Η αυτονομία δεν κράτησε πολύ – λίγες δεκαετίες αργότερα η ρουθηνική εκκλησία απορροφήθηκε από τη ρωσική και η τελευταία έγινε το όχημα για τον εκρωσισμό της χώρας. Η ρουθηνική γλώσσα απαγορεύθηκε και η περιοχή ονομάστηκε «Μικρά Ρωσία».

Αργότερα, οι Ρώσοι κατέλαβαν – από τους Τατάρους – τις παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής. όπως και την Κριμαία. Οι περιοχές αυτές, το νότιο τμήμα της σημερινής Ουκρανίας, εποικίστηκαν με Ρώσους, Ρουθήνους, Αρμενίους και ονομάστηκαν Νοβορόσια. Σε αυτές η ρουθηνική ταυτότητα δεν είχε προηγούμενη ιστορική παρουσία. Σταδιακά, ωστόσο, οι Ουκρανοί έγιναν πλειονότητα παντού, πλην της Κριμαίας. Ο Πούτιν στηλιτεύει το γεγονός πως οι περιοχές της άλλοτε Νοβορόσια περιελήφθησαν στην Ουκρανική ΣΣΔ. Οι περιοχές αυτές (πλην της Κριμαίας) είχαν, ωστόσο, συμπαγή ουκρανική πλειονότητα. Τις είχε προσαρτήσει η ανεξάρτητη «Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας» (1917-20) την οποία κατέλαβαν οι Σοβιετικοί. Η Ουκρανική ΣΣΔ ιδρύθηκε στην επικράτειά της.

Σταθμό στην εθνοτική σύσταση της νότιας και ανατολικής Ουκρανίας είχε ο τεχνητός λιμός («Χολοντομόρ») που προκάλεσε το σταλινικό καθεστώς (1932-33). Ο λιμός αφάνισε τους πληθυσμούς ιδίως στο Ντονμπάς, τη νότια Ουκρανία και τη ρωσική περιοχή του Κουμπάν, που ως τότε ήταν σε μεγάλο βαθμό ουκρανόφωνες. Η κεντρική εξουσία στη Μόσχα προχώρησε σε μαζικό εποικισμό τους με Ρώσους, ενώ εκρώσισε  τα τοπωνύμια, ιδίως στο Ντονμπάς και το Κουμπάν. Μεταπολεμικά, η ΕΣΣΔ κατέλαβε από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία περιοχές με ουκρανικούς πληθυσμούς και τις ενέταξε στην Ουκρανική ΣΣΔ. Ιδίως εκείνες που αποσπάσθηκαν από την Πολωνία ήταν, επί αιώνες, η καρδιά του ρουθηνικού εθνικισμού. Το 1954, πάλι, το Πρεζίντιουμ του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ μετέφερε την Κριμαία από την Ρωσική ΣΣΔ στην Ουκρανική ΣΣΔ.

Ως αποτέλεσμα της πολύπλοκης αυτής ιστορίας, η Ουκρανία βρέθηκε με εδάφη που είχαν εντελώς διαφορετική ιστορική πορεία, ενώ υπέστη μαζικό ρωσικό εποικισμό ιδίως επί Στάλιν. Στη Δύση και τον βορρά-κέντρο της χώρας επικρατεί απολύτως η ουκρανική ταυτότητα, εκείνη των άλλοτε Ρουθήνων· στον νότο και τις ανατολικές επαρχίες υπερτερούν οι ρωσόφωνοι και, μέχρι την εισβολή, ένα κλίμα ρωσοφιλίας. Αυτές ήταν οι «δύο Ουκρανίες», μια γλωσσική-πολιτισμική-πολιτική διχοτόμηση, τόσο έκδηλη στην πολιτική ζωή της χώρας και στην κρίση του 2014. Σημειωτέον ότι στη μετασοβιετική Ουκρανία οι εκλογές είναι ελεύθερες και αδιάβλητες και ο κόσμος επαναστάτησε το 2004, όταν – βάσει ρωσικού σχεδίου – σημειώθηκε εκτεταμένη νοθεία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι ο έκτος κατά σειρά πρόεδρος, μετά το 1991. Άβυσσος χωρίζει το πολιτικό σύστημα από εκείνο της Ρωσίας, που από το 2000 επέστρεψε στην παράδοση του αυταρχισμού, υπό την μονοκρατορία του Πούτιν.

Στη Σχολή Ελληνικής Φιλολογίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μαριούπολης | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019
Κέντημα σε τοίχο δημοτικού σχολείου, κοντά στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός, όπως αυτή παγιώθηκε μετά το 2014, στην ανατολική Ουκρανία. Γράφει: «Ειρήνη στην (πατρίδα μας) Ουκρανία» | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

Διαχρονικά οι Ρώσοι πώς συμπεριφέρθηκαν στους Ουκρανούς; Ποια γεγονότα τραυμάτισαν τη σχέση τους, μέχρι το 2022 και την υπό εξέλιξη εισβολή;

Με μια λέξη – ως κατακτητές. Σημείο-σταθμός στις σχέσεις των δύο εθνών ήταν η Συνθήκη του Περεγιάσλαβ (1654), αποτέλεσμα, όπως είδαμε, μιας μοιραίας επιλογής των Κοζάκων. Ο εθνικός ποιητής της Ουκρανίας, Ταράς Σεβτσένκο, στηλιτεύει τους Κοζάκους για την επιλογή τους να υποδουλώσουν τους Ουκρανούς στη Ρωσία, δύναμη που θεωρούσε πολύ χειρότερο κατακτητή από την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία. Οι όροι του Περεγιάσλαβ περί αυτονομίας δεν τηρήθηκαν ποτέ· γρήγορα έπεσαν τα προσχήματα του κατακτητή και φάνηκαν οι προθέσεις του. Οι Ρώσοι διέλυσαν τα σώματα των Ουκρανών Κοζάκων, τους οποίους μετέφεραν δια της βίας στην περιοχή του Κουμπάν. Οι Κοζάκοι, φύλακες της ουκρανικής ταυτότητας και ανεξαρτησίας, ταυτίστηκαν αργότερα με την τσαρική απολυταρχία και τον ρωσικό εθνικισμό. Αυτόν, μαζί με την εξουσία του Πούτιν, υπηρετούν ακόμα σήμερα.

Εξίσου τραυματική ήταν η απορρόφηση της ρουθηνικής εκκλησίας από τη ρωσική. Κατέστη δυνατή με «πατριαρχική και συνοδική πράξη» που εξέδωσε το 1686 το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παραχωρούσε – προσωρινώς και υπό προϋποθέσεις – άδεια, στον Πατριάρχη Μόσχας, να χειροτονεί τον Μητροπολίτη Κιέβου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο την ανακάλεσε το 2018, κατά τη διαδικασία της δημιουργίας αυτοκέφαλης εκκλησίας στην Ουκρανία. Οι όροι που η πράξη έθετε για την χειροτονία, εξάλλου, ουδέποτε τηρήθηκαν από το Πατριαρχείο Μόσχας… Ο λιμός του Χολοντομόρ και οι σταλινικές εκτοπίσεις και τρομοκρατία βαραίνουν ακόμη σήμερα στην ουκρανική συλλογική μνήμη. Μεγάλη δυσαρέσκεια προκάλεσε και η συνεχής ανάμιξη της Ρωσίας στα εσωτερικά της Ουκρανίας, με στόχο τη δια της βίας και νοθείας επιβολή προέδρων-δωσίλογων της Μόσχας.

Η εκτεταμένη νοθεία στις εκλογές του 2004 προκάλεσε την «Πορτοκαλί Επανάσταση», συνεπεία της οποίας διεξήχθησαν αδιάβλητες εκλογές. Το 2013, η ουκρανική βουλή υπερψήφισε, με συντριπτική πλειοψηφία, το τελικό σχέδιο της συμφωνίας σύνδεσης της χώρας με την ΕΕ. Ο τότε πρόεδρος Γιανουκόβιτς, κατ’ εντολή της Μόσχας, αποφάσισε να αγνοήσει επιδεικτικά την βουλή και να προωθήσει την σύνδεση της Ουκρανίας με την Οικονομική Ένωση της Ευρασίας (Ρωσία-Λευκορωσία-Καζακστάν, τότε). Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο Κίεβο οδήγησαν στην Επανάσταση της Αξιοπρέπειας τον Ιανουάριο του 2014. Με την επικράτησή της Επανάστασης και τη φυγή του Γιανουκόβιτς η Ρωσία, που είχε αποτύχει να επιβάλει τις εντολές της στη χώρα «παρασκηνιακά», κατέλαβε αιφνιδιαστικά την Κριμαία και εισέβαλε στο Ντονμπάς· πέτυχε να καταλάβει τμήμα των επαρχιών Ντονιέτσκ και Λουχάνσκ, με τη βοήθεια ντόπιων φιλορώσων αυτονομιστών. Η προσπάθειά της να επιβάλει την θέλησή της με τα όπλα σε μία ανεξάρτητη χώρα συνεχίζεται με την ολομέτωπη εισβολή, που ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου φέτος.

Το θέατρο της Μαριούπολης, κατεστραμμένο πλέον από τους ρωσικούς βομβαρδισμούς | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

 Ο Πούτιν ερμηνεύει τον πόλεμο στην Ουκρανία ως εμφύλιο. Και προς επίρρωση των ισχυρισμών του, επικαλείται συχνά την Ρως…

Πράγματι, η Ρως έχει καταστεί συχνό αντικείμενο επίκλησης στους λόγους του Ρώσου δικτάτορα. Η ιδιότητα, υποτίθεται, της Ρωσίας ως «νομίμου κληρονόμου» της δικαιώνει τις αξιώσεις της για ηγεμονία στον χώρο όλων των Ανατολικών Σλάβων. Υπογραμμίζοντας την καταγωγή τους στην Ρως και την «κολυμβήθρα του Κιέβου», ο Πούτιν προωθεί τη θέση πως Ρώσοι και Ουκρανοί είναι «το ίδιο έθνος». Μεταξύ των δύο χωρών ορθώθηκαν πολιτικά σύνορα, τα οποία, επιμένει ο Πούτιν, είναι τεχνητά. Δεν αλλάζουν το γεγονός πως Ρωσία, Ουκρανία και Λευκορωσία αποτελούν ενιαίο πολιτισμικό και πνευματικό χώρο – οι Ανατολικοί Σλάβοι υπάγονται όλοι στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας, που διατηρεί τον τίτλο πάσης Ρως (εσφαλμένα αποδίδεται «πασών των Ρωσιών» στα ελληνικά). Η ενιαία δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας στις τρεις χώρες αξιολογείται ως ζωτικής σημασίας για τη συνέχεια της πνευματικής και πολιτισμικής τους εξάρτησης από τη Μόσχα. Το Πατριαρχείο πάσης Ρως απομένει ο μόνος «υπερεθνικός» υποτίθεται θεσμός του «ρωσικού κόσμου», ενός κόσμου βασισμένου στην κληρονομία της Ρως.

Για τον Πούτιν, αλλά και για την όλη πολιτική τάξη του καθεστώτος του και την ιεραρχία του Πατριαρχείου Μόσχας, κάθε έμφαση στη διαφορά της ουκρανικής (και λευκορωσικής) ταυτότητας από τη ρωσική δεν είναι παρά γεωστρατηγικό τέχνασμα της Δύσης με στόχο τη διαίρεση του «ρωσικού κόσμου». Το ίδιο αποτελεί και κάθε προσπάθεια διαίρεσης της ενιαίας δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Μόσχας- με τη δημιουργία, π.χ., αυτοκέφαλης εκκλησίας στην Ουκρανία. Υπό το πρίσμα του «ρωσικού κόσμου», ο πόλεμος στην Ουκρανία, που προκάλεσε η Ρωσία από το 2014 και εφεξής, είναι ένας «εμφύλιος» ανάμεσα στα «παιδιά της Ρως», ένας αδελφοκτόνος πόλεμος εντός του «ρωσικού κόσμου». Με τις ένοπλες επεμβάσεις του, το Κρεμλίνο μετέτρεψε τον «ρωσικό κόσμο» από ιδεολόγημα σε πολεμικό όπλο. Στην Ουκρανία, αλλά και στη Λευκορωσία, Μολδαβία, Γεωργία, Καζακστάν, ο Πούτιν προσπαθεί να επιβάλει την “Pax Russica”, βασισμένη στις αρχές του «ρωσικού κόσμου» και τα συμφέροντα της Ρωσίας, όπως εκείνος τα αντιλαμβάνεται.

Ουκρανικός εθνικισμός – πού εδράζεται και πώς εκφράστηκε τα τελευταία χρόνια; Οι Ρώσοι μιλούν για «νεοναζί» – πόσο έντονη είναι η παρουσία της ακροδεξιάς και πόσο σημαντικός ο ρόλος της στην ουκρανική κοινωνία και πολιτική σκηνή, στις πολεμικές επιχειρήσεις τελικά;

Ας αρχίσουμε από κάτι πολύ βασικό: ο ουκρανικός εθνικισμός στόχευε, παραδοσιακά, στη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Σήμερα, στοχεύει στη διατήρηση της επικράτειας και της ανεξαρτησίας του. Ο ρωσικός εθνικισμός, αντίθετα, ανέκαθεν στη διατήρηση ή την ανασύσταση της αυτοκρατορίας (τσαρικής, σοβιετικής), στον δια της βίας δηλαδή έλεγχο των χωρών και της ζωής άλλων λαών.

Προπύργιο του ουκρανικού εθνικισμού υπήρξε, ανέκαθεν, η δυτική Ουκρανία. Το ίνδαλμα των εθνικιστών είναι οι Κοζάκοι, ταυτισμένοι με το «ανεξάρτητο πνεύμα» των Ρουθήνων και τις προσπάθειες προστασίας των ελευθεριών τους.  Τον 19ο και τον 20ο αιώνα, ο αντίπαλος ήταν η τσαρική Ρωσία και η ΕΣΣΔ, αλλά και οι Πολωνοί: εκείνοι διεκδικούσαν τη δυτική Ουκρανία (όπου διαβιούσαν σημαντικοί πολωνικοί πληθυσμοί). Προκειμένου να διασύρει συνολικά το ουκρανικό εθνικό κίνημα, η Ρωσία επιδιώκει να το ταυτίσει με τον «ναζισμό». Προβάλλει συστηματικά τη συνεργασία εθνικιστικών οργανώσεων, όπως εκείνη του Στεπάν Μπαντέρα, με τους Ναζί εισβολείς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μπαντέρα, ωστόσο, άλλοτε συμμάχησε με τους Ναζί κατά των Σοβιετικών, άλλοτε τους πολέμησε. Η κριτική αυτή αποτελεί μεγάλη πολυτέλεια για τη Ρωσία, δεδομένου του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Στάλιν και Χίτλερ υπήρξαν σύμμαχοι τα έτη 1939-41 και μοιράστηκαν μεταξύ τους όλη την Ανατολική Ευρώπη.

Από την εποχή του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» η λέξη «ναζιστής» ή «φασίστας» είναι η χειρότερη προσβολή προς κάποιον που θεωρείται «εχθρός της Ρωσίας». Το Κρεμλίνο και οι ρωσόφιλοι αυτονομιστές του Ντονμπάς επιμένουν πως η σημερινή Ουκρανία είναι «νεο-ναζιστικό κράτος». Μιλούν για «φασιστικό πραξικόπημα» το 2014 που «έδιωξε τον νόμιμο πρόεδρο» Γιανουκόβιτς και εγκατέστησε «νέο-ναζιστικές κυβερνήσεις» στο Κίεβο. Πρόκειται για μία προπαγάνδα χυδαία, κακόπιστη και απολύτως ψευδή, την οποία παπαγαλίζουν οι απανταχού συνεργάτες της Μόσχας και εκατομμύρια «χρήσιμοι ηλίθιοι». Ακροδεξιές ομάδες, όπως ο «Δεξιός Τομέας» και το κίνημα Σβόμποντα («Ελευθερία»), με νέο-φασιστική ιδεολογία, πράγματι συμμετείχαν ενεργά στον ξεσηκωμό του 2013-14. Μόνος λόγος της συμμετοχής τους η αντίθεση στη Ρωσία: η ακροδεξιά στην Ουκρανία, όπως και παντού στην Ευρώπη, είναι αντι-ευρωπαϊκή και εντελώς ξένη στο πνεύμα του «Ευρω-μαϊντάν». Έτσι, στις εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν, τα ακροδεξιά κόμματα δεν ξεπέρασαν το 2%.

Στην Ουκρανία η ακροδεξιά είναι εξωκοινοβουλευτική. Έχει ισχυρή παρουσία σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας μονάχα στο δυτικό άκρο της χώρας και στην περιοχή της Αζοφικής (Τάγμα Αζόφ). Το εκλογικό ποσοστό της είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο των ακροδεξιών κομμάτων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ας μην ξεχνάμε το 10% της Χρυσής Αυγής, που υπήρξε κάποια στιγμή τρίτη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα. Αυτό, φυσικά, δεν έκανε την Ελλάδα «νεο-ναζιστική χώρα».

Αγία Σοφία, η αρχαιότερη εκκλησία του Κιέβου. Κτίστηκε στις αρχές του 11ου αι. με πρότυπο την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης | Photo: ©Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Ουκρανία 2019

Μήπως το ουκρανικό κράτος, ως έναν βαθμό, χρησιμοποίησε τους νεοναζί; Ποια η γνώμη σου για το Τάγμα Αζόφ;

Ακροδεξιές πολιτοφυλακές διακρίθηκαν στο πεδίο της μάχης κατά των Ρώσων και των αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία. Η εισβολή του 2014 βρήκε τη χώρα απροετοίμαστη, οι ένοπλες δυνάμεις της αρχικά υπέστησαν ήττες και η άμυνά της στηρίχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε εθελοντές. Όσον αφορά στο τάγμα Αζόφ, δρα στην περιοχή της Αζοφικής (εξ ου και το όνομά του), με βάση τη Μαριούπολη. Διαφεύγει σε πολλούς η λεπτομέρεια πως ιδρύθηκε από ρωσόφωνους, χούλιγκαν της Μεταλίστ, ομάδας από το Χάρκοβο. Όλα σχεδόν τα μέλη του είναι ρωσόφωνοι της Αζοφικής. Ο πυρήνας των ιδρυτών είχε πράγματι νέο-ναζιστική ιδεολογία. Καθώς, όμως, συνέρρεαν εθελοντές στο Ντονμπάς, εντάχθηκαν στο τάγμα πολλοί μαχητές άσχετοι με την ακροδεξιά. Αργότερα, αυτό απορροφήθηκε στην ουκρανική εθνοφρουρά – κάτι που επικαλέστηκαν πολλοί για να ισχυριστούν πως το ουκρανικό κράτος χρησιμοποιεί τους ακροδεξιούς στο πεδίο της μάχης.

Σημειωτέον ότι το τάγμα Αζόφ επωμίστηκε φέτος την αντίσταση, τρεις μήνες σχεδόν, της Μαριούπολης. Δεν ζω ο ίδιος στη Μαριούπολη και δεν γνωρίζω τα μέλη του. Παραπέμπω όμως στη συνέντευξη που παρείχε στον Κώστα Ονισένκο ο τέως Έλληνας πρόξενος στη Μαριούπολη και νυν επιτετραμμένος μας στο Κίεβο Μανώλης Ανδρουλάκης. Ο κύριος Ανδρουλάκης, τιμώντας το αξίωμα που του εμπιστεύθηκε η ελληνική πολιτεία, παρέμεινε στην κόλαση των τυφλών ρωσικών βομβαρδισμών για να διευκολύνει την απομάκρυνση των ομογενών. Έζησε από κοντά τα μέλη του Αζόφ και όσα είπε σχετικά στον Ονισένκο έχουν, θεωρώ, μεγάλη σημασία.

Γράφεις: «Το 2014 τις διαδηλώσεις της Επανάστασης της Αξιοπρέπειας, στο Κίεβο και πολλές μεγάλες πόλεις, ακολούθησαν αντιδιαδηλώσεις στις νότιες και ανατολικές επαρχίες, όπου ρωσόφιλοι πληθυσμοί έκαναν λόγο για πραξικόπημα κατά του νομίμως εκλεγέντος προέδρου». Οκτώ χρόνια μετά, στις ίδιες περιοχές, γιατί κανείς δεν βγήκε στους δρόμους για να υποδεχτεί τα ρωσικά στρατεύματα ως ελευθερωτές; Και να τους προσφέρει «ψωμί και αλάτι» κατά το αρχαίο σλαβικό έθιμο;

Το 2014 είχαμε ακόμη τις «δύο Ουκρανίες»: Τα φιλορωσικά αισθήματα μέρους του πληθυσμού παρέμεναν έντονα, ενώ είδαμε αυτονομιστές να παίρνουν τα όπλα κατά της Ουκρανίας και να ιδρύουν τις «λαϊκές δημοκρατίες» σε περιοχές του Ντονιέτσκ και Λουχάνσκ. Σήμερα βλέπουμε τους ρωσόφωνους, παντού, να αντιστέκονται λυσσαλέα κατά του εισβολέα. Οι ρωσόφωνοι, για την «απελευθέρωση» των οποίων επιμένει το Κρεμλίνο πως εξαπέλυσε την «ειδική επιχείρηση», κάθε άλλο παρά ως «ελευθερωτές» αντιμετωπίζουν τους εισβολείς. Στις ρωσόφωνες πόλεις που έπεσαν στον εισβολέα, όπως η Χερσών, η Μελιτόπολη, το Μπερντιάνσκ, οι Ρώσοι στρατιώτες, αντί για τους πανηγυρισμούς και τις ανοικτές αγκάλες που τους είχαν τάξει οι αξιωματικοί τους, βρήκαν διαδηλώσεις, ύβρεις και  διαμαρτυρίες.

Η μεταστροφή των ρωσόφωνων ήταν αναπόφευκτη, την στιγμή που έγιναν οι ίδιοι, τα σπίτια και οι πόλεις τους στόχος των ρωσικών πυρών. Στα οκτώ χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη εισβολή, εξάλλου, διαπίστωσαν τι «παράδεισο» τους επιφυλάσσει η ρωσική μπότα. Στα κατεχόμενα της Κριμαίας και του Ντονμπάς, ο πολιτικός βίος πέρασε στον απόλυτο έλεγχο πολέμαρχων και μαφιόζων. Ο Σεργκέι Αξιόνοφ, «πρόεδρος» της Κριμαίας, είναι Ρώσος της Μολδαβίας που είχε κάνει καριέρα στον υπόκοσμο προτού περάσει στην πολιτική. Ο Ντενίς Πουσίλιν, ηγέτης της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονιέτσκ, είναι πρώην στρατιωτικός που έγινε γνωστός από την συμμετοχή του σε οικονομικά σκάνδαλα.

Στις ρωσοκρατούμενες περιοχές έχει επιβληθεί ένα μιλιταριστικό καθεστώς, όπου «οτιδήποτε δεν απαγορεύεται είναι υποχρεωτικό». Κοζάκοι περιφέρονται με μαστίγια, ακροδεξιές πολιτοφυλακές, όπως ο φονταμενταλιστικός «Ορθόδοξος στρατός», το «τάγμα Σπάρτα» ή οι «Λύκοι της Νύχτας», ομάδα κρούσης μοτοσυκλετιστών που θαυμάζουν τον Πούτιν, περιφέρονται και τραμπουκίζουν ανενόχλητοι. Υπόψιν πως το βάρος της ακροδεξιάς στην ρωσική κοινωνία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ότι στην ουκρανική. Οι εθνικές και κοινωνικές μειονότητες αντιμετώπισαν σωστό πογκρόμ: δολοφονήθηκαν προτεστάντες πάστορες, «εξαφανίστηκαν» ιερείς και πιστοί της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας και των Ελληνοκαθολικών, τα μέσα ενημέρωσης των Τατάρων έκλεισαν, οι Εβραίοι έπεσαν θύμα αντισημιτικών επιθέσεων και οι ΛΟΑΤΚΙ συστηματικής τρομοκρατίας από τον Τύπο και τις αρχές. Παράλληλα, η οικονομία στα κατεχόμενα καταρρακώθηκε. Χιλιάδες διέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές της Ουκρανίας.

Οι ρωσόφωνοι συνειδητοποίησαν, έστω με καθυστέρηση, πως η ζωή στη δημοκρατική και πολυφωνική Ουκρανία, παρά τα προβλήματά της (διαφθορά, ολιγάρχες, πολιτική αστάθεια, οικονομική δυσπραγία), είναι πολύ προτιμότερη από όσα φέρει ο «ρωσικός κόσμος». Με τους τυφλούς βομβαρδισμούς και τα εγκλήματα πολέμου, ο Πούτιν κατόρθωσε αυτό που έμοιαζε ακατόρθωτο: να ενώσει τις «δύο Ουκρανίες» και να στρέψει τους ρωσόφωνους ενάντια στη Ρωσία. Πολλοί μιλούν για «δεύτερη εθνογένεση» στην Ουκρανία.

 Ποιο, θεωρείς, θα είναι το αποτέλεσμα της ρωσικής εισβολής στην πολιτισμική και πνευματική επιρροή της Ρωσίας στο «εγγύς εξωτερικό» της – τον πρώην σοβιετικό χώρο στον οποίο διεκδικεί αποκλειστική επιρροή;

 Η εισβολή και τα εγκλήματα πολέμου τρομοκράτησαν τους γείτονες της Ρωσίας. Οι λαοί που έζησαν υπό τους Ρώσους θυμήθηκαν τα χειρότερα περιστατικά της ιστορίας τους – την κατοχή, την καταστολή. Ο πόλεμος προκάλεσε ένα άνευ προηγουμένου κύμα αντιπάθειας, αν όχι μίσους, κατά της Ρωσίας σε πολλά σημεία του άλλοτε σοβιετικού χώρου – από τη Γεωργία και τη Μολδαβία ως τις Βαλτικές Χώρες. Από τη στιγμή που προσέφυγε, για πολλοστή φορά, στα όπλα για να επιβάλει το «δίκαιο του ισχυρού», η Ρωσία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει επιτυχώς τεχνάσματα «ήπιας ισχύος». Οι πολιτιστικές δράσεις – με πολιτική, πάντα ατζέντα – θα συνεχίσουν, όπως και η πολιτισμική χειραγώγηση δια του Πατριαρχείου «πάσης Ρως». Είναι αμφίβολο όμως πόσο πείθουν πια οι Ρώσοι.

Οι ρωσικές μειονότητες στο «εγγύς εξωτερικό» βρέθηκαν σε δεινή θέση και αρχίζουν να κρατούν αποστάσεις από τη «μητέρα Ρωσία». Ιδίως στον εκκλησιαστικό χώρο, η στάση του Κυρίλλου – που ευλόγησε τα ρωσικά όπλα και την εισβολή – προκάλεσε αποτροπιασμό στο εκτός Ρωσίας ποίμνιο του πατριαρχείου. Η ρωσική εκκλησία της Λετονίας ανακοίνωσε ήδη την πρόθεσή της να αποσχισθεί από αυτό. Επανάσταση έχει ξεσπάσει και στην εκκλησία του τελευταίου στην Ουκρανία. Μητροπόλεις της ρωσικής διασποράς στη Δύση εγκαταλείπουν το Πατριαρχείο Μόσχας για το Οικουμενικό. Τραγική είναι η θέση στην οποία περιήλθαν οι ρωσόφωνοι της Ουκρανίας.  Από τη μια βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ίδιες ρωσικές βόμβες που σκοτώνουν τους λοιπούς Ουκρανούς. Από την άλλη, πολλοί ντρέπονται για τη μητρική τους γλώσσα, πως τους «ταυτίζει» με τον «εχθρό». Η ξαφνική «εγκατάλειψη» της ρωσικής από ανθρώπους που έζησαν όλη τους τη ζωή μιλώντας την, και ξαφνικά αποφάσισαν να μιλούν μονάχα ουκρανικά, είναι η τάση των ημερών. Και φέρει μια δυσβάσταχτη τραγικότητα.

Γράφεις για την Εκκλησία της Μόσχας ότι μετά από αυτόν τον πόλεμο «οποιαδήποτε φαντασίωσή της περί ηγεσίας της επί του ορθόδοξου κόσμου ηχεί ως κακόγουστο αστείο».

Η εικόνα και το κύρος του Πατριαρχείου Μόσχας έχουν πλέον καταρρακωθεί σε ολόκληρο σχεδόν τον Ορθόδοξο κόσμο. Επικρατεί αποτροπιασμός με την στάση του Κυρίλλου και ανησυχία με την επιθετικότητα μιας εκκλησίας απολύτως ταυτισμένης με το καθεστώς του Κρεμλίνου. Μιλούν για «την εκκλησία του Πούτιν», με την οποία σχεδόν κανείς (πλην του Πατριαρχείου Αντιοχείας και του Πατριαρχείου της Σερβίας) δεν θέλει σχέσεις.

Το Πατριαρχείο Μόσχας είχε προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στον Ορθόδοξο κόσμο και αμέσως πριν την εισβολή, όταν απειλούσε πως θα ιδρύσει ρωσικές Εξαρχίες στην επικράτεια κάθε εκκλησίας που αναγνώρισε την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας (πέραν του Οικουμενικού Πατριαρχείου την έχουν αναγνωρίσει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και οι Εκκλησίες Ελλάδος και Κύπρου). Το μήνυμα «θα δείτε τί σας περιμένει αν μας πάτε κόντρα» δεν εκτιμήθηκε από τους προκαθημένους των υπολοίπων εκκλησιών. Ο χορός των επικρίσεων κατά του Κυρίλλου από προκαθημένους γνωστούς, μέχρι πρότινος, για τη φιλορωσική τους στάση δείχνει πως άλλαξαν οι ισορροπίες στον Ορθόδοξο κόσμο εις βάρος της Μόσχας και υπέρ του Οικουμενικού Θρόνου. Σύντομα αναμένεται η αναγνώριση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας από περισσότερες εκκλησίες – ο «φόβος της Μόσχας» έχει ξεπεραστεί.

Ρώσοι διπλωμάτες απελάθηκαν τόσο από την προηγούμενη, όσο και από την τωρινή κυβέρνηση- και στις δύο περιπτώσεις κατηγορήθηκαν για «υβριδικό πόλεμο» εναντίον της Ελλάδας. Ποιος είναι ο στόχος των Ρώσων στον «πόλεμο» αυτό- και ποια μέσα χρησιμοποιούν για να τον επιτύχουν;

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η ρωσική προπαγάνδα «πάτησε» πάνω στις βάσεις αυτές του αντιδυτικισμού και της σκληροπυρηνικής Ορθοδοξίας για να χειραγωγήσει την ελληνική κοινωνία. Επιχείρησε και, σε μεγάλο βαθμό πέτυχε, να καλλιεργήσει ένα κλίμα ρωσόπληκτο, μεταχειριζόμενη πολιτισμικά επιχειρήματα αλλά με καθαρά γεωπολιτικούς στόχους: την στροφή του πληθυσμού προς αντι-ευρωπαϊκές θέσεις, ώστε να υπονομευθεί ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας, και ενάντια στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ώστε να προωθηθεί η ρωσική φιλοδοξία μεταφοράς των πρωτείων από την Πόλη στην Μόσχα.

Προς επίτευξη των ανωτέρω στόχων, οι Ρώσοι γέμισαν την πρεσβεία στην Αθήνα και το Γενικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη με έμπειρους και απόλυτα ελληνομαθείς πράκτορες. Αυτοί στρατολόγησαν δημοσιογράφους στον τύπο (ιδίως στο ελληνόφωνο διαδίκτυο, με έμφαση μάλιστα σε ακραίους ιστότοπους εκκλησιαστικής – θρησκευτικής θεματολογίας), προσπάθησαν να χρηματίσουν βουλευτές, δημιούργησαν ρωσοκινούμενα πολιτικά κινήματα σε τοπικές κοινωνίες της Βόρειας Ελλάδας, συνέστησαν «ρωσικά σπίτια» πολύ δραστήρια σε πολιτιστικές, υποτίθεται, δράσεις. Οργάνωσαν, σε μέρη όπως η Λήμνος, η Αλεξανδρούπολη, η Κέρκυρα, τοπικές φιέστες πάνω σε απολύτως ψευδή ιστορικά αφηγήματα, όπου η εικόνα της «Ορθόδοξης υπερδύναμης» προβλήθηκε με την ροή Ρώσων προσκυνητών (και χρημάτων) και την εμφάνιση πολεμικών πλοίων και στρατιωτικών αγημάτων σε παρελάσεις.

Υπήρξε συστηματική προσπάθεια συστράτευσης μητροπολιτών και ηγουμένων στον πόλεμο κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η χειραγώγηση της ελλαδικής Εκκλησίας και ιδίως των μονών του Άθωνος υπήρξε επιτυχής για κάποιο διάστημα. Η αναγνώριση, ωστόσο, της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας από την Ιερά Σύνοδο σημείωσε και την αποτυχία της ρωσικής προσπάθειας. Σήμερα παραμένουν – δακτυλοδεικτούμενοι – κάποιοι μητροπολίτες και κάποιες – διαβόητες, χρόνια τώρα – μονές του Αγίου Όρους, που υποστηρίζουν αμετανόητες τις ρωσικές θέσεις. Τα κίνητρά τους μπορεί να είναι ιδεολογικά (ακραίες, φονταμενταλιστικές αντιλήψεις περί Ορθοδοξίας και άσβεστο μίσος για την Δύση και την «κοινωνία της ανοχής»), συνήθως όμως, ας μην κρυβόμαστε, είναι πολύ πεζότερα.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας